Ο Θεολογικός Διάλογος Ορθοδόξου Εκκλησίας με τις Προχαλκηδόνιες Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες

Στοά του Βιβλίου, 15 Φεβρουαρίου 2018

Εισήγηση Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Γαβριήλ στο διεπιστημονικό συνέδριο με τίτλο : «Θρησκευτικές κοινότητες: Νομοκανονικές προσεγγίσεις ιστορικών και επίκαιρων Ζητημάτων» του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Θεολογία και Κοινωνία» του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας του Ε.Κ.Π.Α.

Ὁ Θεολογικός Διάλογος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τίς προχαλκηδόνιες ἤ ἀντιχαλκηδόνιες Ἀρχαίες Ἀνατολικές Ἐκκλησίες ἔχει χαρακτηρισθῇ καί πράγματι εἶναι ὁ σημαντικότερος ἀπό ὅλους τούς ἄλλους Θεολογικούς Διαλόγους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τίς ἄλλες χριστιανικές Ἐκκλησίες ἤ Ὁμολογίες στά πλαίσια τῆς σύγχρονης οἰκουμενικῆς κινήσεως γιά τήν ἐνότητα τῶν χριστιανῶν, ἤτοι μέ τήν Ρωμαιοκαθολική, τήν Ἀγγλικανική καί τήν Παλαιοκαθολική Ἐκκλησία, ὅπως ἐπίσης καί μέ τίς Προτεσταντικές Ὁμολογίες (Λουθηρανούς καί Μεταρρυθμισμένους ἤ Καλβινιστές). Εἶναι ὁ σημαντικότερος Θεολογικός Διάλογος, γιατί ἀναφέρεται σέ ἀποσχισθέντες ἀπό τό σῶμα τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἔχει ἱστορικό βάθος δεκαέξι περίπου αἰώνων ὅχι μόνον μέ πολλές τραυματικές ἐμπειρίες ἀπό τίς ὁξύτατες περιοδικές θεολογικές ἀντιπαραθέσεις ἤ συγκρούσεις, ἀλλά καί μέ πολλές πρωτοβουλίες νηφάλιου ἐποικοδομητικοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, ἕστω καί ἀν δέν προέκυψαν τά προσδοκώμενα καί ἐπιθυμητα ἀποτελέσματα. Εἶναι ὅμως ὁ σημαντικότερος σύγχρονος Θεολογικός Διάλογος, γιατί ὅλες σχεδόν οἱ προχαλκηδόνιες Ἀρχαίες Ἀνατολικές Ἐκκλησίες (Ἀρμενική, Κοπτική, Αἰθιοπική, καί Συροϊακοβιτική) ἐπέζησαν ὑπό ἐχθρικά ἀλλόθρησκα καθεστῶτα, μαζί μέ τά δοκιμαζόμενα πρεσβυγενῆ ὀρθόδοξα πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς (Κων/πόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἰεροσολύμων) καί ἀντιμετώπιζαν πάντοτε μέ ἀμοιβαία καί ἀλληλέγγυα εὐαισθησία τίς ἀφόρητες πιέσεις ἤ καί ἀπερίγραπτες διώξεις, οἱ ὁποῖες ἀπείλησαν ὄχι μόνο τήν ἐπιβίωση, ἀλλά καί τήν ἴδια τήν ὑπόστασή τους.

Συνεπῶς, ἡ ὁποιαδήποτε στήριξη ἤ ὑποστήριξη δεινῶς καταπιεζομένων κατά τούς νεώτερους χρόνους Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν ἀπό τά νοσηρά φαινόμενα βιαίων ἐκφράσεων θρησκευτικῆς μισσαλοδοξίας ἤ καί θρησκειακοῦ ἀνταγωνισμοῦ πρέπει νά ἀναλογισθῇ καί τίς τραγικές συνέπειες γενικότερα γιά τήν ἐπιβίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ στή Βόρεια Ἀφρική καί στή Μέση Ἀνατολή, ἀφοῦ τά νοσηρά φαινόμενα θρησκευτικῆς μισαλλοδοξίας δέν κάνουν διάκριση μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν μελῶν τῶν Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀντιθέτως, ἄν ὑπάρξη ἡ ἄμεση καί διακριτική ὑποστήριξη γιά τήν ἀναγκαία προστασία τῆς θρησκευτικῆς τους ἐλευθερίας καί τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση καί στούς Διεθνεῖς Ὀργανισμούς, τότε τά προκύπτοντα ὀφέλη εἶναι πολλά καί σημαντικά ὄχι μόνο γιά τούς δοκιμαζομένους ἀδελφούς χριστιανούς τῆς Βορείου Ἀφρικῆς καί τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, ἀλλά καί γιά τίς μελλοντικές προοπτικές τῶν πρεσβυγενῶν πατριαρχείων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στίς πολύ σημαντικές αὐτές περιοχές. Οἱ προοπτικές αὐτές γίνονται σαφέστερες, ἀν συνεκτιμηθοῦν οἱ πραγματικές διαστάσεις τοῦ σώματος τόσο τῆς Κοπτικῆς (10 εκατομμύρια) καί τῆς Αἰθιοπικῆς Ἐκκλησίας (20 ἐκατομμύρια) στή Βόρεια Ἀφρική, ὅσο καί τῆς Συροϊακωβιτικῆς (3 ἐκατομμύρια) καί τῆς Ἀρμενικῆς (7 ἐκατομμύρια) στή Μέση Ἀνατολή, οἱ ὁποῖες θά ἔδιναν μέ ἕναν ἐποικοδομητικό Θεολογικό Διάλογο μία νέα δυναμική στήν ἀκτινοβολία καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σέ ὁλόκληρη τήν Ἀφρικανική ἤπειρο καί ἕνα πρόσθετο ἔρεισμα στά ὀρθόδοξα πρεσβυγενῆ πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς.

Οἱ σκέψεις αὐτές ἀπορρέουν ἀπό τά ἐντυπωσιακά ἀποτελέσματα ὄχι μόνο τῶν παλαιῶν πρωτοβουλιῶν ἐποικοδομητικοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου κατά τήν βυζαντινή καί τήν μεταβυζαντινή περίοδο, ἀλλά καί τοῦ διεξαχθέντος σύγχρονου Θεολογικοῦ Διαλόγου κατά τίς δύο τελευταίες δεκαετίες τοῦ περασμένου αἰώνα. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ μεγαλόπνοος Οἰκουμενικός πατριάρχης Ἰωακεῖμ Γ’ (1878-1884, 1901-1912) συνέδεσε στίς περίφημες Πατριαρχικές Ἐγκυκλίους του (1902, 1904) τίς πρωτοβουλίες του γιά τήν ἐνίσχυση τῶν διερχομένων σοβαρῶν ἐσωτερικῶν κρίσεων διορθοδόξων σχέσεων (βουλγαρικό καί ἀντιοχειανό σχίσμα) μέ τήν προώθηση τῆς ἰδέας τῶν διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τίς ἄλλες χριστιανικές Ἐκκλησίες ἤ Ὁμολογίες, δίνοντας μεγαλύτερη ἔμφαση καί προτεραιότητα στήν ἀναγκαιότητα τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τίς προχαλκηδόνιες Ἀρχαίες Ἀνατολικές Ἐκκλησίες. Ἡ πρόταση αὐτή ἔγινε προθύμως ἀποδεκτή ἀπό ὅλες τίς αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, παρά τίς ὁξύτατες ἀντιπαραθέσεις κατά τόν 19ο αιώνα γιά τά ἱερά προσκυνήματα τῶν Ἁγίων Τόπων, ἀλλ’ οἱ δύο παγκόσμιοι πόλεμοι (1914-1918, 1939-1945) δέν ἐπέτρεψαν τήν πραγματοποίηση τῆς σημαντικῆς αὐτῆς προτάσεως.

Ἡ σύνδεση λοιπόν τῶν προχαλκηδονίων Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν ἀπό τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε. 1948) μέ τήν οἰκογένεια τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἄνοιξε νέες προοπτικές διεκκλησιαστικῶν σχέσεων, γι’ αὐτό ἔγινε ἐπιτακτικότερη ἡ ἀνάγκη ὄχι μόνο γιά ἕνα ἐποικοδομητικό Θεολογικό Διάλογο, ἀλλά καί γιά τόν συντονισμό τῆς κοινῆς ἀποστολῆς τους στά πλαίσια τοῦ Π.Σ.Ε., ἡ Α’ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Ρόδος, 1961) ἀποφάσισε ὁμοφώνως τήν προετοιμασία τοῦ ἐπισήμου Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τίς Ἀρχαίες Ἀνατολικές Ἐκκλησίες. Ἡ ἀπόφαση αὐτή ἐνισχύθηκε μέ πρωτοβουλία τοῦ Συμβουλίου ἀπό τήν πολύ σημαντική θεολογική προσφορά τῶν ἐμπεριστατωμένων εἰσηγήσεων καί τῶν ἐποικοδομητικῶν πορισμάτων τῶν τεσσάρων ἀνεπισήμων Θεολογικῶν Διασκέψεων τῆς Aarhus (1964), του Bristol (1967), τῆς Γενεύης (1970) καί τῆς Addis Ababa (1971), οἱ ὁποῖες ἄνοιξαν πράγματι νέες θεολογικές προοπτικές ἐποικοδομητικοῦ Διαλόγου.

Ἡ ἀξιοποίηση τῶν σημαντικῶν πορισμάτων τῶν ἀνεπισήμων αὐτῶν Διασκέψεων διευκόλυνε ὄχι μόνο τήν ὀρθή προετοιμασία τοῦ ἐπισήμου αὐτοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, ἀλλά καί τήν ἐπίσπευση τῆς διάρκειας τῶν ἐργασιῶν τῆς συσταθείσας Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς γιά τήν διεξαγωγή του. Πρόεδρος τῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς γιά τόν Διάλογο ὁρίσθηκε ὁ τότε Μητροπολίτης Μύρων καί μετέπειτα Ἐφέσου ἀείμνηστος Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης, τόν ὁποῖο διαδέχθηκε, μετά τήν Γ’ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (1986), ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Ἐλβετίας Δαμασκηνός Παπανδρέου, με Γραμματέα τόν καθηγητή Βλάσιο Φειδᾶ, ἡ πρώτη δέ συνέλευση τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς πραγματοποιήθηκε στη Γενεύη (10-15 Δεκ. 1985) γιά νά συζητηθοῦν τόσο τό θεματολόγιο «πρός μίαν κοινήν Χριστολογίαν», ὁσο καί ἡ μεθοδολογία τῶν ἐργασιῶν της. Ἡ σύγκληθείσα Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικη Ἐπιτροπή γιά τήν προετοιμασία τῶν θεμάτων τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου (Σαμπεζύ, Φεβρ. 1986) ἀποδέχθηκε μέ ἰδιαίτερη ἰκανοποίηση τόσο τήν ἔναρξη τοῦ ἐπισήμου Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τίς Ἀρχαίες Ἀνατολικές Ἐκκλησίες, ὅσο καί τίς προτάσεις τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπής τοῦ Διαλόγου, συνέταξε δέ τή δική της εἰσηγητική πρόταση πρός τήν Γ’ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Σαμπεζύ, 28 Ὀκτ.-6 Νοεμ. 1986), ἡ ὁποία ὑποδέχθηκε μέ μεγαλύτερο ἐνθουσιασμό τήν ἐπίσημη ἔναρξη τοῦ Διαλόγου καί καθόρισε τό θεματολόγιο καί τις προοπτικές του ὡς ἔξῆς: «Ἡ Γ’ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις χαιρετίζει μετ’ ἰδιαιτέρας ἱκανοποιήσεως τήν πρός τινος ἔναρξιν τοῦ Διαλόγου τούτου καί ἐξαίρει τήν ἐπιλογήν τῆς Χριστολογίας ὡς πρώτου πρός ἐξέτασιν θέματος. Αἱ προοπτικαί τοῦ ἐν λόγῳ Διαλόγου παρέχουν βασίμους ἐλπίδας, ὅτι θά εὑρεθοῦν ἀπό κοινοῦ λύσεις διά τά ὑφιστάμενα θέματα περί τόν Ὅρον τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐν ἀρρήκτῳ ἐνότητι καί πρός τάς χριστολογικάς ἀποφάσεις τῶν ἄλλων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τόν τρόπον ἀποδοχῆς τῶν Δ’, Ε’, ΣΤ’ καί Ζ’ Οικουμενικῶν Συνόδων, τήν ἄρσιν τῶν ἑκατέρωθεν ἐπιβληθέντων Ἀναθεμάτων κλπ. Ὁ Διάλογος οὗτος θά ἐνισχύετο ὁπωσδήποτε διά τῆς παραλλήλου μελέτης καί ἀντιμετωπίσεως τῶν ὑπαρχόντων κοινῶν ποιμαντικῶν προβλημάτων, καθότι ἀμφότεραι αἱ οἰκογένειαι Ἐκκλησιῶν ἀφ’ἑνός μέν ζοῦν εἰς κοινόν δι’ αὐτάς περιβάλλον, ἀφ’ἑτέρου δέ ἔχουν κοινάς ἐκκλησιαστικάς προϋποθέσεις, αἱ ὁποίαι δύνανται νά συμβάλουν εἰς τήν ἐπίλυσιν αὐτῶν».

Συνεπῶς, ἡ περιεκτική διατύπωση τῆς προτάσεως τοῦ γενικοῦ θέματος τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς ὑπό τόν τίτλο «Πρός μίαν κοινήν Χριστολογίαν» ἀναπτύχθηκε σέ τέσσερα συγκεκριμένα καί πολύ σημαντικά γιά τόν συγκεκριμένο Θεολογικό Διάλογο μέρη, ἤτοι ἡ κοινή μελέτη καί ἀντιμετώπιση: α) τοῦ Ὁρου τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐν ἀρρήκτῳ ἑνότητι καί πρός τάς χριστολογικάς ἀποφάσεις τῶν ἄλλων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, β) τοῦ τρόπου ἀποδοχῆς τῶν Δ’, Ε’, ΣΤ’ και Ζ’ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, γ) τῆς ἄρσεως τῶν ἐκατέρωθεν ἐπιβληθέντων Ἀναθεμάτων, καί δ) τῆς παραλλήλου μελέτης καί ἀντιμετωπίσεως τῶν ὑπαρχόντων κοινῶν ποιμαντικῶν προβλημάτων.

Τά συγκεκριμένα θέματα ἧσαν σαφῆ καί προϋπέθεταν τήν ἀναζήτηση μιᾶς κοινῆς ὁλοκληρωμένης ἀδιαμφισβήτητης θεολογικῆς βάσεως γιά τήν πληρέστερη ἀξιοποίηση τῆς σχετικῆς διδασκαλίας τῶν ἐγκρίτων πατέρων καί τῶν δογματικῶν τῶν ἐπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Συνεπῶς, ἡ συνελθούσα στήν Κόρινθο Μεικτή Ὑποεπτροπή (1987) ἀποδέχθηκε τήν πρόταση τῶν δύο Γραμματέων νά τεθῇ ὡς μόνη κοινή καί δεσμευτική θεολογική βάση τοῦ Διαλόγου ἡ διδασκαλία τοῦ κοινοῦ Πατρός τῆς Χριστολογίας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας Κυρίλλου, ἡ ὁποία εἶχε γίνει δεκτή στήν Γ’ Οἰκουμενική Σύνοδο (431) καί εἶχε ἐπηρεάσει βαθύτατα τούς δογματικούς Ὅρους ὅλων τῶν ἄλλων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἄλλωστε, ἡ Χριστολογία του συμπλήρωνε τήν διδασκαλία τοῦ Μ. Ἀθανασίου ἀφ’ ἑνός μέν γιά τήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου, ἀφ’ἑτέρου δέ γιά τόν χρόνο (ἐξ’ἄκρας συλλήψεως) καί τόν τρόπο τῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ (ὑποστατική ἕνωσις).
Εἶναι λοιπόν προφανές ὅτι τόσο ἡ σαφής περιγραφή τοῦ θεματολογίου καί τῆς εὐρύτερης ἀποστολῆς τῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου ἀπό τήν Γ’ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Σαμπεζύ, 1986), ὅσο καί ἡ κοινή ἀποδοχή τῆς χριστολογικῆς διδασκαλίας τοῦ κοινοῦ Πατρός τῶν δύο ἀποκλινουσῶν θεολογικῶν προσεγγίσεων τοῦ δογματικοῦ Ὅρου τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451) ὡς κοινοῦ και δεσμευτικοῦ θεολογικοῦ κριτηρίου τῶν ἐργασιῶν τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς κατά τή σύναξη τῶν κοινῶν θεολογικῶν κειμένων ἐξηγοῦν ὄχι μόνο τήν ἐντυπωσιακή ταχύτητα, ἀλλά καί τήν ὑψηλή ποιότητα τῆς θεολογικῆς τους διατυπώσεως.

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἀποφεύχθηκαν ἄσχετες ἤ περιττές θεολογικές συζητήσεις γιά ἀσήμαντα ἤ ἀδιάφορα ζητήματα γιά νά ἐπικεντρωθῇ προφανῶς ἡ προσπάθεια στήν ἄρση τῶν διαπιστωμένων διαφορετικῶν ἐρμηνειῶν ἤ ἀποκλινουσῶν προσεγγίσεων ὄχι μόνο τῆς ὁρολογίας τοῦ στασιαζόμενου δογματικοῦ Ὁρου τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά καί ὅλων τῶν δογματικῶν Ὅρων ὅλων τῶν ἄλλων Οἰκουμενικῶν Συνόδων γιά τό χριστολογικό ζήτημα. Ἄλλωστε, κατά τήν καθιερωμένη κανονική καί πατερική παράδοση γιά τήν ἐξαιρετική αὐθεντία καί τό ἀπόλυτο κύρος τῶν δογματικῶν Ὅρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οὔτε ἡ Δ’ Οἰκουμενική Σύνοδος (451) μπορεῖ νά διαφωνῇ πρός τόν δογματικό Ὅρο τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (431), οὔτε οἱ Ὅροι τῶν ἐπομένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων μποροῦν νά διαφωνοῦν πρός τόν δογματικό Ὅρο τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, χωρίς νά κλονισθῇ τό κύρος τους. Οἱ θεολογικές συζητήσεις τοῦ χριστολογικοῦ ζητήματος στή Β’ Συνέλευση τῆς Ὁλομέλειας τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς (Μονή Anba Bishoy τῆς Νιτρίας, 20-24 Ἰουν. 1989) ἀξιοποίησε τά κριτήρια αὐτά ἀφ’ἑνός μέν γιά νά ἀπορριφθῇ ἡ μομφή ὅτι οἱ μή ἀποδεχόμενοι τήν Δ’ Οικουμενική Σύνοδο ἧσαν ὀπαδοί τοῦ Εὐτυχιανικοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, ἀφ’ἑτερου δέ γιά νά διακηρυχθῇ ἡ ἀκλόνητη ἐμμονή τους στή χριστολογική διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας τόσο γιά τήν ὑποστατική ἕνωση, ὅσο καί γιά τή σαφῆ διάκριση τῶν δύο φύσεων πρίν καί μετά την ἕνωσή τους στήν ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὑπό το πνεῦμα αὐτό, ἡ συνταχθείσα ἀπό τούς Γραμματεῖς καί ἐγκριθείσα ὁμοφώνως ἀπό τήν Ὁλομέλεια τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς «Πρώτη Κοινή Δήλωση» τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου προβάλλει ρητῶς τήν ὀρθόδοξη ἑρμηνεία τῆς χριστολογικῆς διδασκαλίας τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου γιά τήν ὑποστατική ἕνωση τῶν δύο πλήρων καί τελείων φύσεων τοῦ Χριστοῦ μέ ὅλες τις φυσικές ἰδιότητες καί λειτουργίες τους.

Συνεπῶς, στήν Κοινή Δήλωση τονίζεται μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση καί γιά εὐνόητους λόγους ἡ εἰδικότερη ἀναφορά τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν στόν δογματικό Ὅρο τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451) γιά νά δηλώσουν ρητῶς καί ἀπεριφράστως: «Συμφωνοῦμεν εἰς τήν καταδίκην τῶν αἰρέσεων τοῦ Νεστοριανισμοῦ καί τοῦ Εὐτυχιανισμοῦ. Δεν χωρίζομεν, οὔτε διαιροῦμεν τήν ἀνθρωπίνην φύσιν ἀπό τή θείαν φύσιν τοῦ Χριστοῦ, καί οὔτε δεχόμεθα ὅτι ἡ πρώτη (=ἀνθρωπίνη) κατεπόθη ὑπό τῆς δευτέρας καί ἐπαύσατο ὑπάρχουσα. Τά χρησιμοποιηθέντα διά τήν περιγραφήν τοῦ μυστηρίου τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τέσσαρα ἐπιρρήματα ἀνήκουν εἰς τήν κοινήν ἡμῶν παράδοσιν, ἤτοι ἄνευ φυρμοῦ ἤ συγχύσεως (ἀσυγχῦτως), ἄνευ τροπῆς (ἀτρέπτως), ἄνευ χωρισμοῦ (ἀχωρίστως) καί ἄνευ διαιρέσεως (ἀδιαιρέτως).

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό προβλήθηκε ἡ ἐρμηνεία τοῦ Ὅρου τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπό τήν Ε’ Οἰκουμενική Σύνοδο (553) μέ βάση τή χριστολογική διδασκαλία γιά τήν ὑποστατική ἕνωση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ καί τή χρήση τοῦ ὅρου «σύνθετος ὑπόστασις»: «Ὅταν ὁμιλοῦμεν περί μιᾶς “συνθέτου ὑποστασεως’’ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δέν λέγομεν ὅτι συνυπάρχουν ἐν αὐτῷ μία θεία ὑπόστασις καί μία ἀνθρωπίνη ὑπόστασις, ἀλλ’ ὅτι ἡ μία ἀΐδιος ὑπόστασις τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος προσέλαβε τήν ἡμετέραν κτιστήν φύσιν, ἑνώσας οὕτως αὐτήν μετά τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀκτίστου θείας φύσεως, ἵνα μορφώσῃ μίαν ἀχωρίστως καί ἀσυγχύτως ἡνωμένην πραγματικήν θεανθρωπίνην ὕπαρξιν, ἐν τῇ ὁποία αἱ φύσεις διακρίνονται “τῇ θεωρίᾳ μόνη”».

Ἀνάλογη εἶναι ἡ σύνδεση τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως ἀπό τήν ΣΤ’ Οἰκουμενική Σύνοδο (681) μέ τά δύο φυσικά θελήματα καί τίς δύο φυσικές ἐνέργειες τοῦ ἐνανθρωπίσαντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ: «Αὐτό εἶναι τό μυστήριον τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως, τό ὁποῖον ὁμολογοῦμεν ἐν λατρευτικῇ ταπεινώσει, ἤτοι ἡ πραγματική ἕνωσις τοῦ θείου μετά τοῦ ἀνθρωπίνου, μεθ’ὅλων τῶν ἰδιοτήτων καί τῶν λειτουργιῶν τῆς ἀκτίστου θείας φύσεως, ἐν αἷς καί τῆς φυσικῆς θελήσεως καί τῆς φυσικῆς ἐνεργείας, ἡ ὁποία ἡνώθη ἀχωρίστως καί ἀσυγχύτως μετά τῆς κτιστῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, μεθ’ὅλων τῶν ἰδιοτήτων καί τῶν λειτουργιῶν αὐτῆς, ἐν αἷς καί τῆς φυσικῆς θελήσεως καί ἐνεργείας αὐτῆς…» Ἡ συμφωνία στά θεολογικά ζητήματα ἐπέτρεψε τήν σύσταση «Μεικτῆς Ὑποεπιτροπῆς ἐπί τῶν ποιμαντικῶν προβλημάτων» μέ τή συμμετοχή τῶν δύο Συμπροέδρων καί τῶν δύο Γραμματέων, ἡ ὁποία συνῆλθε στήν Ἱερά Μονή Anba Bishoy (31 Ιαν.-4 Φεβρ. 1990) καί συνέταξε Ἔκθεση πρός τήν Μεικτή Θεολογική Ἐπιτροπή μέ προτάσεις γιά τή συνεργασία στίς διεκκλησιαστικές σχέσεις καί σέ πρακτικά ζητήματα ποιμαντικῆς διακονίας.

Στά πλαίσια αὐτά, ἐντάχθηκε καί ἡ προετοιμασία τῆς Γ’ Συνελεύσεως τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς (Σαμπεζύ, 23-28 Ὀκτ. 1990) γιά τήν πληρέστερη προσαρμογή τῶν ποιμαντικῶν θεολογικῶν θέσεων τῆς «Πρώτης Κοινῆς Δηλώσεως» στά συγκεκριμένα θέματα, τά ὁποῖα εἴχε προτείνει ἡ Γ’ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Σαπεζύ, 1986). Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, συντάχθηκε τό θεολογικό κείμενο τῆς «Δεύτερης Κοινῆς Δηλώσεως», στήν ὁποία ἀναπτύχθηκαν σαφέστερα οἱ θεολογικές προτάσεις τῆς «Πρώτης Κοινῆς Δηλώσεως» (Παραγρ. 1-7) γιά νά διακηρυχθῇ τόσο ὅτι οἱ προχαλκηδόνιες Ἀρχαίες Ἀνατολικές Έκκλησίες ἀποδέχονται τήν ὀρθοδοξία τῶν δογματικῶν Ὁρων τῶν ἐπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέ ἰδιαίτερη μάλιστα ἔμφαση στήν κρίσιμη δογματική ὁρολογία τῶν Ὅρων τῶν Δ’, Ε’. ΣΤ’, καί Ζ’ Οἰκουμενικῶν Συνόδων (παραγρ. 8), ὅσο καί ὅτι εἷναι δυνατή ἡ ἄρση τῶν ἐκατέρωθεν ἐπιβληθέντων Ἀναθεμάτων, ἄν αὐτά δέν ἐπιβλήθηκαν γιά κατεγνωσμένη αἵρεση (παραγρ. 10). Ἐν τούτοις, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν, καίτοι ἀποδέχθηκαν προθύμως τούς δογματικούς Ὅρους τῶν Δ’, Ε’, ΣΤ’ καί Ζ’ Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀρνήθηκαν ἐπιμόνως τήν ἀναγνώριση καί τή συναρίθμηση τους ὡς «Οἰκουμενικῶν», ἀφ’ ἑνός μέν γιατί εἶχαν ἀναθεματισθῇ σημαντικά πρόσωπα καί ἔθιμα τῆς δικῆς τους παραδόσεως, ἀφ’ἑτέρου δέ γιατί εἶχαν σχετική ἐξουδιοδότηση.

Προφανῶς, ἡ ἐντυπωσιακή ταχύτητα καί ἡ ὑψηλή ποιότητα τῆς θεολογικῆς συμφωνίας τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου γιά τήν ἐξάντληση τοῦ προταθέντος θεματολογίου ἀπό τήν Γ’ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Σαμπεζύ, 1986) ὀφείλοντο ἀφ’ἑνός μέν στή σαφήνεια τῶν τεθέντων θεολογικῶν καί κανονικῶν ζητημάτων, ἀφ’ἑτέρου δέ στόν καθορισμό ἀπό τή Μεικτή Θεολογική Ἐπιτροπή τοῦ Διαλόγου τήν ὁλοκληρωμένη χριστολογία τοῦ κοινοῦ Πατρός Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας ὡς κοινοῦ καί δεσμευτικοῦ θεολογικοῦ κριτηρίου γιά τήν ἄρση τῶν διαφωνιῶν στίς ἤδη διαπιστωμένες θεολογικές ἤ ἄλλες σοβαρές διαφορές, στίς ὁποῖες ἐπικεντρώθηκαν ἀπαρεγκλίτως οἱ ἐργασίες τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἦταν κοινή διαπίστωση ἡ ἐπιτυχής ἐξάντληση τῶν θεμάτων, μέ μόνη ἐξαίρεση τήν κοινή ἀναγνώριση τῆς οἰκουμενικότητας τῶν Δ’, Ε’, ΣΤ’ καί Ζ’ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, γι’ αὐτό ὁ Πρόεδρος τῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς ἀπέστειλε ἐκτενῆ Ἔκθεση μέ ἀναλυτική μάλιστα περιγραφή καί ἀξιολόγηση τοῦ ἐπιτελεσθέντος σημαντικοῦ θεολογικοῦ ἔργου γιά νά δηλώσῃ τήν περάτωση τῆς ἀποστολῆς τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ οἱ ὁποιεσδήποτε ἀναγκαίες διευκρινήσεις μποροῦσαν νά δοθοῦν ἀπό τίς οἰκεῖες Ἐπιτροπές, ἄν αὐτές εἶχαν κριθῇ ἀναγκαίες ἀπό τίς ἀντίστοιχες ἐκκλησιαστικές ἀρχές.

Ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἔκρινε ἀναγκαία τήν συνέχιση τῶν ἐργασιῶν τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς γιά να δοθοῦν κοινές ἀπαντήσεις σέ ὁρισμένα κρίσιμα ἐρωτήματα (ἀρμόδια ἐκκλησιαστική ἀρχή γιά τήν ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων, ποῖα Ἀναθέματα καί ποίων Συνόδων μποροῦν νά ἀρθοῦν, προϋποθέσεις καί συνέπειες τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, κανονικές καί λειτουργικές συνέπειες κ.ἄ.), τά ὁποῖα ὅμως μποροῦσαν νά ἀπαντηθοῦν ἀπό τήν Διορθόδοξη ἤ τήν Προχαλκηδόνια Ἐπιτροπή ἀντιστοίχως. Συνεπῶς, ἡ Δ’ Συνέλευση τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς (Σαμπεζύ, 1-6 Νοεμ. 1993) προετοιμάσθηκε σέ δύο συναντήσεις τῶν Προέδρων καί τῶν Γραμματέων στό Κάιρο (26-28 Ἀπρ. 1993) καί Σαμπεζύ (10 Ἰουν. 1993) καί τήν ἀνάθεση τῶν εἰσηγήσεων παραχώρησε σέ εἰδικούς ἀρχιερεῖς καί ἔγκριτους καθηγητές (Μητροπολίτες Ἐλβετίας Δαμασκηνό, Ὅρους Λιβάνου Γεώργιο, Νικοπόλεως Μελέτιο, π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, π. Γεώργιο Δράγα καί καθηγητές Ἀνδρ. Θεοδώρου, Γεώργ. Μαρτζέλο καί Βλ. Φειδᾶ). Βεβαίως, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν ἀρνήθηκαν νά συμμετάσχουν στήν κοινή συνέλευση τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς γιά τά συγκεκριμένα θέματα, γι’αὐτό πραγματοποιήθηκαν δύο χωριστές συνεδρίες μέ συντονιστές τῶν ἐργασιῶν τούς δύο Γραμματεῖς τῆς Ἐπιτροπῆς. Στίς χωριστές συνεδρίες ἀναγνώσθηκαν καί συζητήθηκαν οἱ σημαντικές θεολογικές καί κανονικές Εἰσηγήσεις γιά τά θέματα τῶν δύο θεολογικῶν παραδόσεων γιά νά συνταχθοῦν οἱ δύο χωριστές Ἐκθέσεις καί νά ἀξιολογηθοῦν στήν κοινή συνέλευση τῆς Ὁλομέλειας τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς.

Στήν Ὁλομέλεια τῆς Ἐπιτροπῆς δόθηκαν οἱ ἀναγκαῖες διευκρινήσεις γιά τίς προτάσεις τῶν δύο πλευρῶν καί ἀνατέθηκε στούς δύο Γραμματεῖς ἡ σύνταξη τοῦ σημαντικοῦ κειμένου τοῦ κοινοῦ «Ἀνακοινωθέντος», τό ὁποῖο ἔγινε ὁμοφώνως ἀποδεκτό. Τό «Ἀνακοινωθέν» ὑποστήριξε μέ βάση τίς προτάσεις τῶν θεολογικῶν Εἰσηγήσεων καί τῶν δύο χωριστῶν Ἐκθέσεων τῶν δύο Ἐπιτροπῶν, ἀφ’ἑνός μέν ὅτι οἱ Ἀρχαίες Ἀνατολικές Ἐκκλησίες «ἀποδέχονται τήν ὀρθοδοξία ὅλων τῶν Ὅρων τῶν ἐπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» καί ὄχι «τήν ὀρθόδοξον ἐρμηνείαν ἀυτῶν», ὅπως ἐσφαλμένως ἐρμηνεύθηκε ἀπό τούς πολεμίους του Διαλόγου αὐτοῦ ἡ σχετική διατύπωση τῆς «Δεύτερης Κοινῆς Δηλώσεως» (1990), ἀφοῦ ἡ ὀρθή ἑρμηνεία καλύπτεται πλήρως καί στά παρατεθέντα ἀποσπάσματα τῆς «Πρώτης Κοινῆς Δηλώσεως» (1989), ἀφ’ἑτέρου δέ ὅτι τά ἐκατέρωθεν ἐπιβληθέντα «Ἀναθέματα» ἀναφέροντο στή μή ἀποδοχή ἤ στήν ἀποδοχή τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀφοῦ ὅλοι οἱ πολέμιοι τῆς Συνόδου ἀναθεμάτιζαν τή μονοφυσική αἴρεση τοῦ Εὐτυχῆ.

Στά πλαίσια αὐτά ἀποφασίσθηκε ἡ συγκρότηση μιᾶς Διορθόδοξης Λειτουργικῆς Ὑποεπιτροπῆς ἐξ εἰδικῶν μέ ἐπικεφαλής τόν ἀείμνηστο καθηγητή Ἰω. Φουντούλη ὄχι μόνο γιά τά προκύπτοντα λειτουργικά ζητήματα σέ περίπτωση ἀποκαταστάσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ἀλλά καί γιά τόν ἔλεγχο τῆς ὀρθοδοξίας τῶν κειμένων τῶν λειτουργικῶν τύπων καί τῶν ἀκολουθιῶν τῶν ἱ. Μυστηρίων, ἤτοι τῆς μή παρεισφρήσεως στίς εὐχές μονοφυσιτικῶν ἰδεῶν ἤ πράξεων. Ἡ Ἔκθεση τῆς Λειτουργικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπιβεβαίωσε τήν καθαρότητα τῶν λειτουργικῶν κειμένων ἀπό ὁποιαδήποτε ἐπίδραση μονοφυσιτικῶν ἰδεῶν ἤ τάσεων, ὅπως ἐπίσης καί τήν ἐντυπωσιακή πιστότητα στήν πρίν ἀπό τήν Δ’ Οίκουμενική Σύνοδο λειτουργική παράδοση καί τελετουργική πράξη. Τό μόνο λοιπόν θέμα, τό ὁποῖο περέμεινε ἀνοικτό στόν συγκεκριμένο Θεολογικό Διάλογο εἶναι ἡ ἀναγνώριση καί ἡ συναρίθμηση τῶν Δ’, Ε’, ΣΤ’ καί Ζ’ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως ἐπίσης καί οἱ εὐνόητες ἐκκλησιαστικές προϋποθέσεις γιά τήν κίνηση τῆς διαδικασίας ἀποκαταστάσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας (Λίβελλοι πίστεως, ὄργανα λήψεως ἀποφάσεων, ἀπρόβλεπτες διαφωνίες κ.ἄ).

Συμπεράσματα

  1. Ἡ προσεκτική μελέτη τῶν συνταχθέντων κοινῶν θεολογικῶν κειμένων τόσο τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τίς προχαλκηδόνιες Ἀρχαίες Ἀνατολικές Ἐκκλησίες, ὅσο καί τῶν ἐκτενῶν Ἐκθέσεων τῶν δύο συγκροτηθεισῶν Μεικτῶν Ὑποεπιτροπῶν γιά τόν ἔλεγχο τῆς ὑπάρξεως ἤ τόν τρόπο ἀντιμετωπίσεως τῶν πιθανῶν ἤ πραγματικῶν προβλημάτων σε κανονικά, λειτουργικά καί ποιμαντικά ζητήματα ἐπιβεβαίωσε ἀφ’ ἑνός μέν τίς ἀρνητικές συνέπειες τῆς μακραίωνης ἀποσχίσεώς τους ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀφ’ἑτέρου δέ τήν ἀδιάλλακτη παραδοσιαρχική προσήλωσή τους στήν ὁλοκληρωμένη χριστολογία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ἡ ὁποία ἀναπτύχθηκε ὁμοφώνως ἀπό ὅλους τούς ἐγκρίτους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπικυρώθηκε ἀπό ὅλους τούς δογματικούς Ὅρους τῶν Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ’ καί Ζ’ Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
  2. Ἡ κύρια ἀρνητική συνέπεια ἀποσχίσεώς τους ἀπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράσθηκε ὄχι βεβαίως μέ τήν ὑποστήριξη τῆς μονοφυσιτικῆς αἱρέσεως τοῦ Εὐτυχῆ, τήν ὁποία καταδικάζουν ρητῶς γιά νά εἶναι ἀξιόπιστη ἡ ἄνετη ἀπόρριψη τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ὁ ἀβάσιμος χαρακτηρισμός της ὡς νεστοριανικῆς συνόδου. Ὥς κύρια ἐπιχειρήματα χρησιμοποιήθηκαν ἀφ’ ἑνός μέν γιατί ἀποδέχθηκε δῆθεν τή νεστοριανική χριστολογία τοῦ Τόμου τοῦ πάπα Λέοντα (440-461) πρός τόν ἀρχιεπίσκοπο Κωνπόλεως Φλαβιανό, ἀφ’ἑτέρου δέ γιατί δῆθεν ἀγνόησε τή διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στή διατύπωση τοῦ δογματικοῦ της Ὅρου, τά ὁποῖα ἀποδείχθηκαν ἀβάσιμα κατά τίς θεολογικές συζητήσεις, μέ ἰσχυρά μάλιστα ἐπιχειρήματα τόσο ἀπό τά Πρακτικά τῆς Συνόδου, ὅσο καί ἀπό τή διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου.
  3. Ἡ κύρια ἀρνητική συνέπεια τῆς ἀποσχίσεώς τους ἦταν ἡ ρητή καί ἀπερίφραστη καταδίκη ὄχι μόνο τῆς νεστοριανικῆς, ἀλλά καί τῆς εὐτυχιανικῆς χριστολογικῆς αἱρέσεως, ἡ ὁποία συνεπαγόταν τήν αὐστηρή ἤ καί ἀδιάλλακτη ἐμμονή στή χριστολογική διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου μέ τίς εὐνόητες προεκτάσεις της στήν Τριαδολογία, τήν Πνευματολογία, τήν Ἐκκλησιολογία καί τήν Σωτηριολογία, γι’ αὐτό στόν Θεολογικό Διάλογο δέν εἶχαν σοβαρές θεολογικές δυσκολίες νά ἀποδεχθοῦν τήν Ὀρθοδοξία τῶν δογματικῶν Ὅρων, τῶν ἐπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Προφανῶς, ἡ κυριλλική παραδοσιαρχική θεολογική τους εὐαισθησία δέν ἐπέτρεψε μονοφυσιτικές παρεκκλίσεις ἤ ἐπιδράσεις στή θεολογία καί στή λειτουργική τους παράδοση, ἀφοῦ καί ὁ ἠγέτης τῶν ἀντιχαλκηδονίων Σεβῆρος Ἀντιοχείας (512-518) ὄχι μόνο καταπολέμησε τόν μονοφυσιτισμό μέ εἰδικές θεολογικές πραγματείες του, ἀλλά καί ὁ ἴδιος καταδικάσθηκε ἀπό τή Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κωνπόλεως (536) γιά νεστοριανικές καί ὄχι γιά μονοφυσιτικές παρεκκλίσεις.
  4. Ἡ ἄρνηση ἀποδοχῆς καί τῆς συναριθμήσεως τῶν Δ’, Ε’, ΣΤ’ καί Ζ’ Οἰκουμενικῶν Συνόδων στίς Οἰκουμενικές Συνόδους μετά τήν Γ’ Οἰκουμενική Σύνοδο συνδέθηκαν ρητῶς μέ τά ἐπιβληθέντα Ἀναθέματα ἀπό τίς Συνόδους αὐτές τόσο ἐναντίον τῶν ἡγετικῶν μορφῶν, ὅσο καί ἐθίμων τῆς ἐκκλησιαστικῆς τους παραδόσεως, ἀλλ’ ὅμως ἦταν προφανής καί ἡ δική τους ἀνομολόγητη παραδοσιαρχική δυσκολία γιά τήν ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων ἐναντίον τόσο τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τῶν ἀποφάσεών της, ὅσο καί τοῦ πάπα Λέοντα. Συνεπῶς, ἡ ἀναγνώριση καί ἡ ἀποδοχή τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν δογματικῶν Ὅρων τῶν ἀνωτέρω Οἰκουμενικῶν Συνόδων στίς δύο Κοινές Δηλώσεις (1989 καί 1990) τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου εἶναι πολύ σημαντικές γιά τίς διεκκλησιαστικές σχέσεις, ἀφοῦ ἔχουν κοινό ἔρεισμα τή χριστολογία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, ἀλλά ἡ μή συναρίθμησή τους μεταξύ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀφήνει ἀνοικτό ἐκκλησιαστικό ἔλλειμα γιά περαιτέρω θετικές ἐκκλησιαστικές πρωτοβουλίες.
  5. Ἡ ἄμεση, ἐπίσημη καί γενναία ὑποστήριξη ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῶν δεινῶς δοκιμαζομένων προχαλκηδονίων Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν στά ἐχθρικά ἀλλόθρησκα περιβάλλοντα ἀπό τά συνεχῆ ἐντεινόμενα ἀκραῖα νοσηρά φαινόμενα θρησκευτικῆς μισαλλοδοξίας καί φανατισμοῦ, τά ὁποῖα ἀπειλοῦν τήν ἴδια τήν ὑπόστασή τους, εἶναι γιά ὅλο τόν χριστιανικό κόσμο ὄχι μόνο μία αὐτονόητη ἤ ἐπιτακτική ἐπιλογή, ἀλλά καί μία ὀφειλετική ἱερή ὑποχρέωση, «ἵνα μή τό κακόν χεῖρον γέννηται τούς ἐγγύς καί τούς μακράν». Ἄλλωστε, ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νά μεριμνᾶ ὄχι μόνο γιά τά πιστά μέλη της, ἀλλά καί γιά τούς παρασυνάγοντες πιστούς γιά ὁποιοδήποτε λόγο ἤ τρόπο πιστούς, ἀφοῦ «ὁ κηδόμενος ἀδελφοῦ, ἑαυτοῦ κήδεται».
Ὁ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ Ν.ἸΩΝΙΑΣ και ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛ