Τό πρόσωπο τοῦ πλησίον

7.578 social media engagement

📖 Το Ευαγγέλιο της Κυριακής «Η´ ΛΟΥΚΑ » (Λουκ. ι΄ 25-37) 🜋 13.11.2022

🙏 Τό πρόσωπο τοῦ πλησίον
📜 «Ἐκεῖνον τόν καιρόν, ἕνας νομοδιδάσκαλος παρουσιάσθηκε στόν Ἰησοῦ πού προσπαθοῦσε νά πειράξει αὐτόν καί ἔλεγε: Διδάσκαλε, τί πρέπει νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή; Καί ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: Τί εἶναι γραμμένο στόν νόμο; Τί διαβάζεις; Αὐτός ἀποκρίθηκε καί εἶπε: «Νά ἀγαπᾶς τόν Κύριο τόν Θεό σου μέ ὅλη τήν καρδιά σου καί μέ ὅλη τήν ψυχή σου καί μέ ὅλη τή δύναμή σου καί μέ ὅλο τόν νοῦ σου, καί τόν πλησίον σου, ὅπως τόν ἑαυτό σου». Τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς: Σωστά ἀπάντησες· κάνε αὐτό καί θά ζήσεις. Ἐκεῖνος ὅμως ἤθελε νά δικαιολογήσει τόν ἑαυτό του καί εἶπε στόν Ἰησοῦ: Καί ποιός εἶναι ὁ πλησίον μου; Πῆρε τόν λόγο τότε ὁ Ἰησοῦς καί εἶπε: Ἕνας ἄνθρωπος κατέβαινε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ στήν Ἱεριχώ καί ἔπεσε σέ ληστές, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τόν ἔγδυσαν καί τόν τραυμάτισαν, ἔφυγαν καί τόν ἄφησαν μισοπεθαμένο. Κατά σύμπτωση, ἕνας ἱερέας κατέβαινε σέ ἐκεῖνο τόν δρόμο, καί ὅταν τόν εἶδε, ἄλλαξε δρόμο καί προσπέρασε. Ὁμοίως καί ἕνας Λευίτης, πού βρέθηκε σέ ἐκεῖνο τό μέρος, ἀφοῦ ἦλθε καί τόν εἶδε, ἄλλαξε δρόμο καί προσπέρασε. Ἕνας Σαμαρείτης ὅμως, πού ταξίδευε, ἦλθε κοντά του καί ὅταν τόν εἶδε τόν εὐσπλαχνίσθηκε· καί ἀφοῦ τόν πλησίασε, ἔδεσε τά τραύ ματά του, ἀφοῦ τά ἄλειψε μέ λάδι καί κρασί· καί ἀφοῦ τόν ἐπιβίβασε στό δικό του ζῶο, τόν μετέφερε σέ ἕνα πανδοχεῖο, ὅπου καί τόν περιποιήθηκε. Καί τήν ἑπόμενη ἡμέρα, ὅταν ἔφευγε, ἔβγαλε δύο δηνάρια, τά ἔδωσε στόν πανδοχέα καί τοῦ εἶπε: Φρόντισέ τον, καί ὅ,τι ἐπιπλέον δαπανήσεις, ἐγώ θά σοῦ τό δώσω ὅταν ἐπιστρέψω. Ποιός λοιπόν ἀπό αὐτούς τούς τρεῖς νομίζεις ὅτι ἀποδείχθηκε πλησίον ἐκείνου πού ἔπεσε στούς ληστές; Καί αὐτός εἶπε: Αὐτός πού ἔδειξε τό ἔλεός του σέ αὐτόν. Τότε ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: Πήγαινε καί κάνε καί ἐσύ τό ἴδιο.»

🜋 Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΣ
Στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή ἡ Ἐκκλησία μᾶς φέρνει μπροστά στό μεγάλο κεφάλαιο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τίς διαπροσωπικές σχέσεις. Ὁ Θεός, βλέποντας ἀπό τήν ἀρχή τῆς Δημιουργίας ὅτι δέν εἶναι καλό ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι μόνος, ἔφτιαξε ἕνα συν οδοιπόρο τῆς ζωῆς του. Ἀπό τήν ἀρχαία φιλοσοφία γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι κοινωνικό ὄν καί πώς ὁ ἀπομονωμένος ἄνθρωπος εἶναι εἴτε θεός, εἴτε θηρίο. Οἱ κοινωνίες ἀποτελοῦν καθρέφτη τῆς ἐπαφῆς τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν ἑαυτό του καί, κατ’ ἐπέκταση, καθρέφτη τῶν ἀν θρώπινων σχέσεων. Ἔχει γίνει πολύς λόγος κατά καιρούς σχετικά μέ τή διαφορετικότητα, τήν ἀποδοχή τοῦ ἄλλου, τήν ἀλληλεγγύη, καί μάλιστα σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε ἀρκετές φορές λαμβάνει φονταμενταλιστικές διαστάσεις, μέ ἀποτέλεσμα ἡ θεματολογία του νά καταντᾶ κάπως τετριμμένη.

🜋 Τό ὑπόδειγμα τῆς εὐαγγελικῆς ἀγάπης
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη προσεγγίζει αὐτές τίς πτυχές τῆς κοινωνικῆς προβληματικῆς, χωρίς ὡστόσο νά κοινωνιολογεῖ ἤ νά ἠθικολογεῖ. Σέ αὐτήν βλέπουμε ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἔπεσε θύμα ληστῶν πού τόν κακοποίησαν καί τόν ἄφησαν ἔκθετο στόν δρόμο. Τό θύμα ἀρχικά προσπέρασε ἕνας ἱερέας πού, ἐνῶ θά περίμενε κανείς νά σταθεῖ καί νά τόν βοηθήσει ἐπιτελώντας ἔργο θεάρεστο καί ποιμαντικό, τόν ἐγκαταλείπει ἀβοήθητο.Ἔπειτα ἕνας Λευΐτης, ὁ ὁποῖος ἦταν γνώστης τοῦ Νόμου, ἀδιαφορώντας, συνέχισε τόν δρόμο του.

Τό τρίτο πρόσωπο πού πέρασε ἀπό ἐκεῖνον τόν τόπο ἦταν ἕνας ἀλλοεθνής, ἕνας Σαμαρείτης, ὁ ὁποῖος τόν περιέθαλψε ἀναλαμβάνοντας ἀκόμη καί τά ἔξοδα τῆς φροντίδας, τῆς διαμονῆς καί τῆς νοσηλείας του. Παρατηροῦμε λοιπόν ὅτι ὁ Σαμαρείτης, ἄν καί ξένος, λόγω τῆς ἀγάπης πρός τό πρόσωπο τοῦ θύματος, δέν ἔδειξε δισταγμό ἤ δειλία, διότι «ὁ φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον» (Α´ Ἰωάν. 4,18). Ἀνέλαβε ἐκεῖνος τό βάρος καί τό κόστος τῆς περίθαλψής του, ἐφαρμόζοντας τόν ἄγραφο νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ταυτόχρονα καί τή ρητή ἐντολή τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν: «Ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε καί οὕτως ἀναπληρώσατε τόν νόμον τοῦ Χριστοῦ». (Γαλ. 6,2). Σπλαγχνίσθηκε καί ἔδειξε ἔλεος στό πρόσωπο τοῦ ἄτυχου συνανθρώπου, καθώς ἐλεήμων εἶναι καί ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος μᾶς βεβαιώνει: «Ἔλεον θέλω καί οὐ θυσίαν».

Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἐπεκτείνεται σέ ὁλόκληρη τήν κτίση. Ὁ ἴδιος ἀπό ἀγάπη γιά τό πλάσμα του ἔλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, ἔχοντας ὡς μοναδικό σκοπό νά θεραπεύσει τό ἀμαυρωμένο κατ’ εἰκόνα καί νά τό ὁδηγήσει στό καθ’ ὁμοίωσιν. Ὁ νέος Ἀδάμ, ὄντας ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη, σταυρώθηκε γιά νά συναναστήσει τόν παλαιό Ἀδάμ καί μαζί μέ αὐτόν ὁλόκληρη τήν κτίση. Μέσω τῆς διδασκαλίας, τῶν παραβολῶν, τῆς βιοτῆς καί τῆς σταυρικῆς του θυσίας, ἀναδεικνύει τήν ἀγαπητική σχέση πού πρέπει νά ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους, μέ ἀναφορά στήν ἐσχατολογική ὁλοκλήρωση τοῦ καθενός, πού δέν εἶναι φυσικά ἄλλη ἀπό μία νέα κοινωνία προσώπων, ἁγιασμένη, τή θεία Κοινωνία.

🜋 Ἡ θυσιαστική προσφορά
Καλούμαστε, λοιπόν, ἔχοντας τόν καλό Σαμαρείτη τῆς παραβολῆς ὡς ὑπόδειγμα χριστιανικῆς διδασκαλίας καί ποιμαντικῆς, νά δίνουμε ἐμπράκτως τό «παρών» στήν καθημερινότητα τοῦ ξένου, τοῦ διπλανοῦ, τοῦ πλησίον, εἴτε ἀνήκει στή στρατευομένη Ἐκκλησία, δηλαδή στό σύνολο τῶν βαπτισμένων πιστῶν, εἴτε βρίσκεται ἐκτός αὐτῆς. Στό Εὐαγγέλιο τῆς Κρίσεως λέει ὁ Κύριος: «Ξένος ἤμην καί συνηγάγετέ με, γυμνός καί περιεβάλετέ με». Μᾶς καλεῖ δηλαδή κάθε φορά νά πορευόμαστε στή ζωή μας μέ ἀγάπη, καί μάλιστα μέ τήν ἔννοια τῆς ἔμπρακτης, τῆς ἀνιδιοτελοῦς, τῆς θυσιαστικῆς προσφορᾶς, καί ὄχι μέ τήν ἔννοια τῆς ἁπλῆς ἔκφρασης τοῦ συναισθήματος. Χρειάζεται νά ἀγαπᾶμε τόν ἄλλον, τόν ἕτερο, τόν διαφορετικό, ὅπως ἀγαπᾶμε τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό. Μέ πιό ἁπλά λόγια, νά ἀγαπᾶμε χωρίς διακρίσεις, ὅπως ἄλλωστε ἔκανε καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, γιά τή σωτηρία ὄχι μόνο ἑνός μέρους τοῦ κόσμου ἤ μιᾶς μερίδας ἐκλεκτῶν ἀνθρώπων, πού πιστεύουν ὅτι κατέχουν τό πλήρωμα τῆς γνώσης, ἀλλά γιά ὅλο τόν κόσμο.

🖋️Ἀρχιμ. Ἄ. Ἀ.

📖 Το Ευαγγέλιο της Κυριακής «Η´ ΛΟΥΚΑ » (Λουκ. ι΄ 25-37) 🜋 13.11.2022

🙏 Τό πρόσωπο τοῦ πλησίον
📜 «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, Νομικός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, πειράζων αὐτόν, καὶ λέγων· Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; Ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου, καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου· καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Εἶπε δὲ αὐτῷ· Ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει, καὶ ζήσῃ. Ὁ δέ, θέλων δικαιοῦν ἑαυτόν, εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; Ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτόν, καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον, ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. Κατὰ συγκυρίαν δὲ Ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. Ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης, γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδών, ἀντιπαρῆλθε. Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων, ἦλθε κατ᾿ αὐτόν, καὶ ἰδὼν αὐτόν, ἐσπλαγχνίσθη, καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ, ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος, ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον, καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ· καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι. Τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν, πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; Ὁ δὲ εἶπεν· Ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ. Εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Πορεύου, καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.»

🙏ΑΜΗΝ

«ΦΩΝΗ ⳩ ΚΥΡΙΟΥ», τῆς «Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» 📜 3624