Η Ορθόδοξη θεώρηση για την οικονομική και προσφυγική κρίση. Το όραμα για το μέλλον της Ευρώπης

Τhessaloniki, 20-23 February 2018

Επιτρέψτε μου αρχικά να εκφράσω τις βαθύτατες ευχαριστίες μου προς τον κ. Πέτρο Βασιλειάδη, Πρόεδρο του Κέντρου Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου» και Ομότιμο καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. καθώς και προς την Οργανωτική Επιτροπή του Συνεδρίου για την τιμητική πρόσκληση να παραστώ και να συμμετάσχω σε αυτό το πολύ σημαντικό Συνέδριο που πραγματοποιείται σε μία περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για τα εθνικά μας θέματα.

Σας ευχαριστώ θερμά για την τιμητική πρόσκληση και χαιρετίζω την πολύ σημαντική αυτή πρωτοβουλία σας, η οποία μας παρέχει τη δυνατότητα αφ’ενός μεν να μοιρασθούμε γνώμες, απόψεις, προτάσεις, προβληματισμούς ή ακόμη και λύσεις που αφορούν στο μείζον πνευματικό, θρησκευτικό και φλέγον πολιτικό ζήτημα της οικονομικής και προσφυγικής κρίσης όχι μόνο στην χώρα μας, αλλά και στα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφ’ετέρου δε να εμβαθύνουμε ή και να γνωρίσουμε τις κύριες και πραγματικές αιτίες του φαινομένου αυτού, το οποίο δοκιμάζει τις αξίες, την υπευθυνότητα, την αλληλεγγύη καθώς και τη συνοχή των κρατών και των κοινωνιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναλογιζόμενοι το υπαρξιακό ερώτημα που αφορά στο μέλλον και στην επιβίωσή της.

Πράγματι, η Ευρώπη σήμερα αντιμετωπίζει μία από τις σοβαρότερες κρίσεις της μεταπολεμικής ιστορίας της, κρίση η οποία δεν οφείλεται μόνο σε εξωγενείς παράγοντες, αλλά και σε ενδογενείς αδυναμίες ή ακόμη και σε έλλειψη πολιτικής βούλησης. Οι δύο πλευρές του νομίσματος της κρίσης αυτής είναι η οικονομική και η προσφυγική, το δισύνθετο δε αυτής επιβαρύνει περαιτέρω την ήδη ζοφερή ατμόσφαιρα, ενώ παράλληλα η απροσδιόριστη διάρκεια και η έντασή της επιτείνουν το χάσμα συνεννοήσεως μεταξύ των τριών πόλων της: του πλούσιου Βορρά, του φτωχού Νότου και της ξενοφοβικής Ανατολής.

Όπως είναι γνωστό, η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2007 στις ΗΠΑ με επίκεντρο τις τραπεζικές επισφάλειες και τα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου, κορυφώθηκε το Σεπτέμβριο του 2008 με την κατάρρευση της Lehman Brothers και επεκτάθηκε ταχύτατα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ήτοι στη δημοσιονομική σφαίρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατόπιν σε ολόκληρο τον κόσμο, λαμβάνοντας διαστάσεις επιδημίας . Αναμφίβολα, στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος ως τραγικός αποδέκτης των τεκτονικών αλλαγών της παγκόσμιας οικονομίας βρέθηκε για ακόμη μία φορά η Ελλάδα, η οποία έκτοτε εισήλθε σε μία κρίσιμη καμπή στην ιστορία της, βρισκόμενη αντιμέτωπη με μία πρωτοφανή σε μέγεθος οικονομική ύφεση, αλλά και με μία πρωτόγνωρη αμαύρωση της εικόνας της, πυροδοτώντας συνάμα μία κρίση κύρους, αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.

Ωστόσο, η οικονομική κρίση συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο του ευρύτερου προβληματισμού τόσο διεθνώς, όσο και στην Ελλάδα, προκαλώντας ποικίλες και αλυσιδωτές αντιδράσεις, αλλά και πολλές ανατροπές με τις τραγικές συνέπειές της να έχουν γίνει, αν μη τι άλλο, έντονα ορατές κυρίως στον κοινωνικό τομέα, ενώ η πολυετής διάρκειά τους τις καθιστά ολοένα και πιο πολύπλοκες ή και ασαφείς.

Η μετανάστευση, που ως φαινόμενο θεωρείται από πολλούς κοινωνικούς και πολιτικούς επιστήμονες ως ένα από τα σημαντικότερα φαινόμενα του 21ου αι. συνδέεται άμεσα με το κοινωνικό πρόσωπο μίας χώρας και έχει βεβαίως οργανική σχέση με το φαινόμενο της οικονομικής κρίσης, αφού αποτελεί την κύρια συνέπειά της. Τα αίτια της μετανάστευσης είναι πολυσύνθετα και πολλαπλά και οφείλονται σε οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς ακόμη και σε πολιτιστικούς λόγους. Σημαντικότερη όμως αιτία του φαινομένου αυτού είναι οι δυσμενείς ή και απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης που καθιστούν αναγκαία την αναζήτηση βελτιωμένων συνθηκών ζωής και κοινωνικής ανεξαρτησίας.

Το 2015, έτος ορόσημο για την Ευρώπη, το μεταναστευτικό συναντά το προσφυγικό. Είναι η χρονιά που εκδηλώθηκαν κατά τρόπο πρωτόγνωρο τα αδιέξοδα της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη μετανάστευση, προκαλώντας έναν έντονο διχασμό και μία εμφανέστατη πολιτική αμηχανία ή και αναπροσαρμογή στα νομικά πλαίσια των κρατών-μελών, τα περισσότερα εκ των οποίων παραμένουν μέχρι σήμερα εγκλωβισμένα στο δίλημμα εθνική συνοριακή ασφάλεια ἤ ανθρωπισμός.

Η κρίση που αφορά και στις 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκλήθηκε από το προσφυγικό πρόβλημα και τη μαζική εισροή Συρίων προσφύγων και άλλων πληθυσμών από την ευρύτερη Μέση Ανατολή, αλλά και του μεταναστευτικού προβλήματος, τη μαζική εισροή οικονομικών μεταναστών από πολλές αφρικανικές ή και ασιατικές χώρες. Σήμερα, το προσφυγικό θεωρείται καίριο ζήτημα για την Ευρώπη, σημαντικότερο και από την οικονομική κρίση, η οποία περιορίσθηκε στον πτωχό Νότο, αφού οι επιπτώσεις που επιφέρει είναι πολλαπλές και επηρεάζουν τόσο την κοινωνική, όσο και την οικονομική δομή των κρατών-μελών. Οι επιπτώσεις αυτές γίνονται ακόμη σοβαρότερες λόγω του συνεχώς αυξανόμενου αριθμού των προσφύγων και μεταναστών που καταφτάνουν στην Ευρώπη, κυρίως μέσω της Ελλάδας, αριθμός που θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Για την αντιμετώπιση του ζητήματος συγκρούονται διαφορετικές πολιτικές ιδεολογίες, ευαισθησίες ή και αντιλήψεις που αφορούν στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Βεβαίως, μέσα από τις εισαγωγικές αυτές σκέψεις δεν επιχειρώ να προσεγγίσω την όλη προβληματική σε επίπεδο αριθμών ή σε επίπεδο λογιστικό ή τεχνικο-οικονομικό, ούτε ακόμη να προβώ σε κάποια πολύπλοκη περεταίρω πολιτική ανάλυση των γεγονότων, δίχως βεβαίως να υποτιμάται μία τέτοιου είδους ανάλυση ή έρευνα. Θα σταθώ όμως στην περίπτωση της Ελλάδας, στην οποία έγινε αντιληπτό από την παγκόσμια χριστιανική κοινότητα πως υφίσταται ένα τεράστιο ηθικό ζήτημα, στο οποίο ο χριστιανισμός δεν μπορεί πλέον να μένει απαθής και ανενεργός.

Πράγματι, είναι πλέον κοινός τόπος ότι η διπολική αυτή κρίση που μαστίζει τον ευρωπαϊκό χάρτη είναι πρωτίστως κρίση πνευματική και ηθική, είναι κρίση θεσμών και αξιών, κρίση οραμάτων και ελπίδος. Με άλλα λόγια είναι κρίση ανθρωπιστική, αφού ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη προς το ανθρώπινο πρόσωπο απωλέσθηκαν και αντικαταστάθηκαν με την υποδούλωση σε απρόσωπους οικονομικούς θεσμούς, η ελευθερία του ανθρώπου εγκλωβίσθηκε στην απόλυτη ασυδοσία μιας ανεξέλεγκτης αγοράς, η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια παραχώρησαν τη θέση τους στον άκρατο ατομισμό και στην υπεράσπιση του προσωπικού οφέλους, καταργώντας κάθε έννοια συλλογικότητας, αλληλεγγύης και αλληλοσεβασμού.

Αναμφίβολα, η ουσία της πνευματικής αυτής κρίσης είναι η απουσία νοήματος ζωής και αυτή η τραγική απουσία συνιστά την πιο βαθιά, την πιο ριζική και ουσιαστική κρίση του σύγχρονου ανθρώπου, επιβεβαιώνοντας τον εγκλωβισμό του στο παρόν και στο ατομικό και εγωκεντρικό του μκρόκοσμο. Ένα παρόν δίχως μέλλον, όνειρα και όραμα, ένα παρόν δίχως σκοπό και στόχο, καταδικασμένο στην απάθεια και στη μονοτονία. Αποτελεί θλιβερή πραγματικότητα ότι η ασύδοτη κατανάλωση και η αχαλίνωτη κερδοσκοπία, ο άκρατος και ανελέητος ανταγωνισμός, το ατελεύτητο κυνήγι μίας πλασματικής ευδαιμονίας, που χαρακτηρίζουν την σύγχρονη Ευρώπη και την οδηγούν σε ιστορική αμνησία, σε λήθη των παραδόσεων και σε σταδιακή ισοπέδωση των θεμελιακών αξιών της, μετατρέπουν τον άνθρωπο από ελεύθερη προσωπικότητα σε άβουλο γρανάζι μιας αφηνιασμένης και απρόσωπης μηχανής. Βεβαίως, Η απαξίωση αυτή και ο ευτελισμός της ιερότητας και οντολογικής αξίας του ανθρωπίνου προσώπου, δεν θα μπορούσε ποτέ να αφήσει ασυγκίνητη την Εκκλησία του Χριστού, η διδασκαλία της οποίας αποτελεί ανεξάντλητη πηγή πάσης χριστιανικής προσπάθειας για την περιφρούρηση της αξίας και του μεγαλείου της ανθρώπινης υποστάσεως.

Πράγματι, η Εκκλησία ως Σώμα του σαρκωθέντος Θεού Λόγου έχει λόγο και γνώμη για τη σημερινή κρίσιμη κατάσταση διότι δεν έπαψε να αποτελεί σάρκα του κόσμου, αλλά και αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας. Η Εκκλησία του Χριστού μολονότι ζει «ἐν τῷ κόσμῷ», δεν είναι «ἐκ τοῦ κόσμου» και δεν μπορεί παρά να φροντίζει και να μεταμορφώνει τον κόσμο, για τη σωτηρία του οποίου δέεται και εργάζεται. Εμπνεόμενη διαρκώς από την προσδοκία και την πρόγευση της Βασιλείας του Θεού, ουδόλως αδιαφορεί για τα προβλήματα του κόσμου, αλλά αντιθέτως συμμετέχει στις δοκιμασίες, στον πόνο και στην αγωνία που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, άνευ διακρίσεως φυλής, φύλου, ηλικίας, κοινωνικής ή άλλης καταστάσεως, αφού «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος, οὐδέ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ» και εκεί έγκειται το μεγαλείο, αλλά και η ευγένεια της Εκκλησίας. Έτσι, επιθυμεί με οδηγό το Ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού να συμβάλει στην αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, ώστε να επικρατήσει στον κόσμο η ειρήνη του Θεού «ἡ πάντα νοῦν ὑπερέχουσα» , η καταλλαγή και η αγάπη.

Ωστόσο, η γενικότερα διαπιστωμένη βαθύτατη κρίση ή και κατάπτωση των πνευματικών αξιών στον σύγχρονο ευρωπαϊκό χώρο και πολιτισμό, για την οποία δεν είναι βεβαίως ανεύθυνες οι ιστορικές δυσλειτουργίες των διεσπασμένων εκκλησιαστικών εκφράσεων του Χριστιανισμού, διευρύνει όχι μόνο τις θετικές προοπτικές, αλλά και το σύγχρονο χρέος τόσο σύσσωμου του Χριστιανικού κόσμου, όσο και της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Υπό το πνεύμα αυτό, η ανάπτυξη και η σταθερότητα μιας άδολης, ειλικρινούς και ομόθυμης διαχριστιανικής συνεργασίας ή και συνεννόησης για την αντιμετώπιση των σύγχρονων κρίσιμων προβλημάτων, όπως είναι η οικονομική και η προσφυγική κρίση, αποτελεί αναμφίβολα επιτακτική αναγκαιότητα, αλλά και μοναδική ιστορική πρόκληση. Οι χριστιανικές Εκκλησίες με την κοινή αποστολή τους μπορούν αφ’ενός μεν να εκφράσουν τις κοινές αρχές της χριστιανικής πίστεως, αφ’ετέρου δε να επηρεάσουν κατά τρόπο δυναμικό τη νέα εξέλιξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αλλά και να ατενίσουν αποφασιστικά και όχι μοιρολατρικά τις σύγχρονες προκλήσεις των καιρών, καθιστάμενες αρωγοί και εστιάζοντας το ενδιαφέρον τους στο ανθρώπινο πρόσωπο δίχως γλωσσικές, φυλετικές, κοινωνικές, οικονομικές και θρησκευτικές διακρίσεις.

Άλλωστε, η κρισιμότητα των καιρών δεν επιτρέπει από την Εκκλησία μία μονοσήμαντη, μονομερή ή ανερμάτιστη συμμετοχή στη δίνη του δοκιμαζόμενου σύγχρονου ανθρώπου. Αντιθέτως, προϋποθέτει την άμεση συνειδητοποίηση και αποτελεσματική προσέγγιση της νέας αυτής πραγματικότητας, η οποία επιβάλλει την ενεργοποίηση όλων των πνευματικών δυνάμεων και την συνεργασία όλων των Χριστιανών σε κάθε τομέα του εθελοντικού και φιλανθρωπικού έργου.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, έχει πρώτιστο χρέος να ενσκύψει με ευαγγελική ταπείνωση στον τραυματισμένο πνευματικά, ψυχικά και κοινωνικά άνθρωπο και συμπάσχοντας με αυτόν να δώσει αληθινή ελπίδα και να θεραπεύσει τις χαίνουσες πληγές του. Έχει ιερό καθήκον να υποστηρίζει ή και να επικροτεί οτιδήποτε εξυπηρετεί την ειρήνη , ανοίγοντας την οδό προς την δικαιοσύνη, την αδελφοσύνη, την αληθή ελευθερία, τον σεβασμό και την αμοιβαία αγάπη μεταξύ όλων των λαών, που αποτελούν την ενιαία ανθρώπινη οικογένεια , καταδικάζοντας ταυτόχρονα τις ποικιλόμορφες συγκρούσεις και τους πολέμους που οφείλονται στον θρησκευτικό φανατισμό. Άλλωστε, τα δώρα αυτά της ειρήνης και της δικαιοσύνης εμφανίζονται εκεί που οι χριστιανοί καταβάλλουν προσπάθειες για το έργο της πίστεως, της αγάπης και της ελπίδος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.

Υπό το πνεύμα αυτό, η Εκκλησία δεν δύναται να μείνει αδιάφορη έναντι των οικονομικών καταστάσεων και κοινωνικών αδικιών, οι οποίες επηρεάζουν ολόκληρη την ανθρωπότητα, καθώς οι αρνητικές επιπτώσεις τους δεν αφορούν μόνο στο μικρόκοσμο του καθενός, αλλά συνδέονται με το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, αφού «άτομο» και «κοινωνία» βρίσκονται σε αμοιβαία αλληλεπίδραση. Αντιθέτως, επιτελώντας την σωτήρια αποστολή της στον κόσμο αφ’ενός μεν εμμένει στην ανάγκη η οικονομία να στηρίζεται σε μία ηθική βάση και να διακονείται απ’ αυτήν ο άνθρωπος σύμφωνα με τη διδασκαλία του Απ. Παύλου «κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μνημονεύειν τε τὸν λόγον τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν» , αφ’ετέρου δε μεριμνά εμπράκτως για κάθε άνθρωπο, προσφέροντας άγρυπνη στήριξη σε κάθε έναν που έχει ανάγκη βοηθείας, αφού, κατά τον ι. Χρυσόστομο «ἰατρεῖον ἐστι πνευματικόν ἡ Ἐκκλησία καί δεῖ τούς ἐνταῦθα παραγενομένους κατάλληλα τά φάρμακα λαμβάνοντας καί τοῖς οἰκείοις τραύμασιν ἐπιτεθέντας, οὕτως ἐπανιέναι».

Απέναντι σε αυτή την διπολική κρίση που τα αποτελέσματά της εγκλώβισαν κατά τρόπο τραυματικό τον πιστό λαό του Θεού η Εκκλησία της Ελλάδος με πρωτεργάτη τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμο οργάνωσε και συστηματοποίησε ένα σημαντικό δίκτυο ενοριακών φιλανθρωπικών δράσεων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός εθνικού δικτύου φιλανθρωπίας από αμιγώς εκκλησιαστικούς φορείς. Το δίκτυο αυτό αποτέλεσε έναν πράγματι επαναστατικό τρόπο αλληλεγγύης, ο οποίος κατάφερε να αποδώσει καρπούς με τον πλέον άρτιο και διαφανή τρόπο, καλύπτοντας τις περισσότερες από τις βασικές ανάγκες των συνανθρώπων μας. Στο σημείο αυτό, η ίδρυση του φιλανθρωπικού Οργανισμού της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών «ΑΠΟΣΤΟΛΗ» είχε ως προορισμό την ενίσχυση των λιγότερο ευνοουμένων κοινωνικών οµάδων και την βελτίωση των συνθηκών διαβιώσεώς τους, αλλά και ως στόχο την καλύτερη οργάνωση και την εξυπηρέτηση του ως άνω δικτύου καθώς και την διαφάνεια στην όλη διαχείριση. Μέσα από τα πολλαπλά προγράμματα που επιτεύχθηκαν είτε σε επίπεδο φιλοξενίας προσφύγων, είτε σε επίπεδο κάλυψης βασικών αναγκών, όπως τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης, είτε επίσης στην λειτουργία δομών που αφορούν στην φροντίδα και περίθαλψη ηλικιωμένων ή ανηλίκων παιδιών κτλ, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών μέσα από τη συνεργασία της με τις διάφορες Ιερές Μητροπόλεις κατάφερε να καλύψει το μεγαλύτερο από τα κενά που δημιούργησε η κρίση του 2010. Με τον τρόπο αυτό, η Εκκλησία της Ελλάδος κατέδειξε περίτρανα προς όλη την οικουμένη τόσο την αξία της χριστιανικής αλληλεγγύης, όσο και το μεγαλείο του ελληνικού φιλότιμου. Άλλωστε, στον κάθε άνθρωπο η Εκκλησία βλέπει την εικόνα του Ιησού Χριστού. Πλούσιοι, πένητες, οικείοι και ξένοι, όλοι απολαμβάνουν την ίδια φροντίδα της Εκκλησίας. Είναι γνωστή η ρήση του αββά Απολλώ: «εἶδα τόν ἀδελφόν μου, εἶδα Κύριον τόν Θεόν μου».

Βεβαίως, η πολύπλοκη αυτή κρίση συνεχίζει να επισκιάζει την Ευρώπη, προκαλώντας συναισθήματα εύλογης αβεβαιότητας, απαισιοδοξίας ή και επιφύλαξης που αφορούν στο μέλλον της καθώς και στην αναζήτηση του περίφημου οράματος τόσο της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, όσο και της ευρωπαϊκής ιδέας. Η προβληματική πολιτική διαχείριση της διπολικής κρίσης από τους Ευρωπαίους εταίρους, η άνοδος του εθνικισμού, της δημαγωγίας και της ξενοφοβίας, σε συνδυασμό με την παραγκωνισμό σημαντικών εννοιών ή αξιών, όπως η συνεργασία και η αλληλεγγύη υπονομεύουν τις θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού οράματος και έχουν αρκετά αποδυναμώσει ένα ιστορικά ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο υποστήριξης που αφορά στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, κλυδωνίζοντας την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων και μετατρέποντας την Ευρωπαϊκή Ένωση σε ένωση κυβερνήσεων και όχι πολιτών.

Η Ευρώπη πράγματι έχει μπει σε μία μεγάλη συζήτηση που αφορά στο μέλλον της, αφού αποτελεί ένα οικοδόμημα που δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί, καθώς συνδυάζει τόσο το ευρωπαϊκό επίπεδο, όσο και το εθνικό επίπεδο κάθε κράτους-μέλους. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συχνά οικοδομήθηκε μέσα σε κρίσεις, δυσκολίες και «στραβοπατήματα» θεωρώ ότι η σημερινή κρίσιμη κατάσταση δεν αρκεί για να εξαλείψει ή και να περιορίσει το μέλλον της Ευρώπης. Βεβαίως, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, η επίτευξη συναίνεσης και η δημιουργία μίας αίσθησης ασφαλείας δύσκολα επιτυγχάνονται σε μία εποχή, στην οποία οι πληροφορίες δεν ήταν ποτέ άλλοτε τόσο πολλές και προσιτές, αλλά και τόσο δύσκολο να κατανοηθούν. Το μέλλον της Ευρώπης αποτελεί απόφαση όλων μας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται οπωσδήποτε να ξαναβρεί τον χαμένο βηματισμό της, οφείλει να αναζητήσει τον χαμένο στόχο της, αυτόν που οραματίσθηκαν οι εμπνευσμένοι ιδρυτές της, ήτοι μία ένωση πολιτών, μία ένωση κρατών-μελών που θα κυριαρχεί η σταθερότητα και η ειρήνη όχι βεβαίως μόνο σε επίπεδο ανθρωπιστικό ή οικονομικό, αλλά και σε επίπεδο λαών. Έχουμε λοιπόν βασικό χρέος όλοι οι φορείς, όλοι όσοι αντιπροσωπεύουμε την κοινωνία των πολιτών, να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση, μιμούμενοι αυτό το οποίο η Εκκλησία της Ελλάδος κατέδειξε περίτρανα κατά την περίοδο της κρίσεως, ήτοι αφ’ενός μεν να κρατήσει ενωμένη αυτή την κοινωνία των πολιτών, αφ’ετέρου δε διατηρήσει την κοινωνική συνοχή, παραμένοντας σταθερή στο κομμάτι που αφορά στην Ελληνική πραγματικότητα. Υπό την έννοια αυτή, θεωρώ απαραίτητο και οι λοιπές ευρωπαϊκές χώρες να αντιληφθούν μέσα από τους θρησκευτικούς οργανισμούς τους οποίους έχουν ότι ο λόγος τους πρέπει να στρέφεται ακριβώς προς αυτήν την κατεύθυνση, ήτοι προς την διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Από την άλλη, αν θέλουμε βεβαίως να δούμε τελικώς την ποθητή ένωση σε πολιτικό επίπεδο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος χρειάζεται πράγματι ένας διαρκής αγώνας που ως στόχο και επιδίωξη θα έχει την αντιμετώπιση του ανθρώπου όχι μόνο ως αριθμό ή και ως οικονομικό μέγεθος, αλλά κυρίως ως συγκροτημένη προσωπικότητα, όπου σε αυτόν δεν θα υπάρχουν μόνο οικονομικές ανάγκες, αλλά και ανάγκες πνευματικές.

Συνεπώς, οι επιπτώσεις στη διαχείριση της οικονομικής και αργότερα της προσφυγικής κρίσης κάνουν επιτακτική την ανάγκη μιας ευρωπαϊκής επανεκκίνησης, που θα στηρίζεται σε θεμελιώδεις πανανθρώπινες αξίες όπως η αγάπη, η αλληλεγγύη, η συνεργασία, η ειρήνη μεταξύ των λαών, ο σεβασμός στην αξία του προσώπου. Αυτό που έχουμε ανάγκη όλοι μας είναι αναμφίβολα μία «ειρηνική επανάσταση», η οποία καταργεί την απελπισία, γεννά την ελπίδα και μας οδηγεί να σκεπτόμασθε ως κοινωνία προσώπων και όχι ως αυτόνομες μονάδες, ήτοι να πορευόμασθε με οδηγό το «εμείς» και όχι το «εγώ». Και αυτή ελπίδα είναι κάτι ρεαλιστικό. Είναι πίστη και εμπιστοσύνη στο Θεό και στον πλησίον. Ο άνθρωπος που πιστεύει στο Θεό, δεν ανησυχεί για τίποτε, δεν φοβάται τίποτε, ούτε ακόμη και αυτόν τον θάνατο. Η πίστη, το θάρρος, η ελευθερία, η αποφασιστικότητα, η ελπίδα, η αισιοδοξία, το νόημα της ζωής, ο ψυχικός και πνευματικός πλούτος πρέπει να είναι τα βασικά μας εφόδια, αν θέλουμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο και πιο υγιές μέλλον.

Άλλωστε, το ευρωπαϊκό όραμα για να ενδυναμωθεί και να επιζήσει οφείλει πρωτίστως να είναι προσιτό σε όλα τα κράτη-μέλη προς όφελος των λαών. Για τον λόγο αυτό, καλούμασθε όλοι μας να εργασθούμε περισσότερο προς την κατεύθυνση μιας πιο δίκαιης και πιο κοινωνικής Ευρώπης, βασισμένης στις αξίες μας. Ας αφήσουμε λοιπόν πίσω μας αυτά που έφυγαν και ας εστιάσουμε σε αυτά που μπροστά μας ξεπροβάλουν. Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει χαρακτηριστικά «ξεχνώ αυτά που είναι πίσω μου και κάνω ό,τι μπορώ για να φτάσω αυτά που βρίσκονται μπροστά μου».

Ὁ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ Ν.ἸΩΝΙΑΣ και ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛ