«Ο διάλογος, θεμελιώδες στοιχείο της Ορθόδοξης παράδοσης»

Εκτενή αναφορά στον διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών έκανε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ν. Ιωνίας και Φιλαδελφείας κ. Γαβριήλ στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου του Αρχιμ. Απόστολου Καβαλιώτη με θέμα: «Ο Διμερής Οικουμενικός Διάλογος Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών υπό την πραγματικότητα των δυσχερειών της Ουνίας και του Πρωτείου» που πραγματοποιήθηκε στις 12 Μαρτίου σε κεντρικό ξενοδοχείο των Αθηνών.

Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας του Σεβασμιωτάτου:

«Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀξιολόγησε πάντοτε τή θρησκεία ὡς ἕνα βασικό παράγοντα στή θεμελίωση μιᾶς σταθερῆς ἀρχῆς γιά τήν εἰρηνική συνύπαρξη τῶν λαῶν, ἐπειδή εἶχε πάντοτε τή συνείδηση ὅτι ἡ θρησκευτική μισαλλοδοξία καί οἱ θρησκευτικοί πόλεμοι ἀποτελοῦν μία σοβαρή ἐκτροπή ἀπό τή φύση καί ἀπό τήν πνευματική ἀποστολή τῆς θρησκείας»

Μέ τά βαθυστόχαστα αὐτά λόγια ὁ μακαριστός πλέον πρώην Μητροπολίτης Ἑλβετίας κυρός Δαμασκηνός (Παπανδρέου), πρωτεργάτης καί πρωτοπόρος ἀπό πλευρᾶς τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου στόν διαθρησκειακό καί διαχριστιανικό διάλογο, περιέγραψε τήν συμβολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόσο στούς πολυμερεῖς, ὅσο καί στούς διμερεῖς θεολογικούς διαλόγους. Εἶναι πεμπτουσία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ καλλιέργεια τῆς εἰρήνης καί τῆς συνύπαρξης τῶν λαῶν, γεγονός τό ὁποῖο ἱδιαιτέρως σήμερα φαντάζει ἐπίκαιρο ὅσο ποτέ μέ αὐτά πού διαδραματίζονται στήν ἐγγύς Μέση Ἀνατολή.

Ἡ ἀφορμή λοιπόν γιά τόν σημερινό προβληματισμό καί γιά τήν ἀποψινή συνάθροιση εἶναι τό παρόν πόνημα τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π.Ἀποστόλου Καβαλιώτη ὑπό τόν φέροντα τίτλο «Ὁ διμερῆς Οἰκουμενικός Διάλογος Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, ὑπό τήν πραγματικότητα τῶν δυσχερειῶν τῆς Οὐνίας καί τοῦ Πρωτείου», τό ὁποῖο καί προσπαθεῖ νά συμβάλλει σέ αὐτήν ἀκριβῶς τήν εἰρηνική συνύπαρξη προβάλλοντας τήν ἀρχή τοῦ Διαλόγου ὡς θεμελιώδους στοιχείου τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως ἀνά τούς αἰώνες. Προσωπικά τόν εὐχαριστῶ ἀπό καρδίας γιά τήν ἐργασία του αὐτή, τόν συγχαίρω γιά τό ἀξιόλογον τοῦ ἀποτελέσματος καί τοῦ εὔχομαι νά συνεχίσῃ τήν ἀποστολή του μέσα εἰς τήν Ἐκκλησία ἐπάνω σέ αὐτές τίς ἀρχές τῆς καταλλαγῆς καί τῆς ἐπιστημονικῆς προσεγγίσεως τῶν θεμάτων.

Στήν συγγραφική αὐτή προσπάθεια ὁ π.Ἀπόστολος κάνει μία ὁλοκληρωμένη ἀναφορά στόν 20ο αἰώνα, ὁ ὁποῖος γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπήρξε ἡ ἀπαρχή γιά τήν ἔναρξη κάθε σύγχρονου θεολογικοῦ διαλόγου, ἀφήνωντας πίσω τίς ἀγκυλώσεις τοῦ παρελθόντος καί συγκεκριμένα τόν θρησκευτικό φανατισμό μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως. Τό σχίσμα τοῦ 1054 καί ὅτι ἐπακολούθησε τούς ἑπόμενους σκοτεινούς αἰώνες ἀπομόνωσε τίς δύο χριστιανικές παραδόσεις, ἐμπλουτίζοντας κυρίως τήν Δύση μέ ἕνα ἄλλο πνεῦμα, ἕνα πνεῦμα σχολαστικισμοῦ καί μισαλλοδοξίας πού πόρρῳ ἀπήχε ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολική παράδοση τῆς ἀληθείας καί τῆς ἀγάπης. Ἡ εὐθύνη ὅμως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν καί ἡ ἀγωνία γιά τήν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης, ὁδήγησαν τόν Πατριάρχη Ἰωακείμ Γ’στήν σύνταξη καί ἀποστολή δύο ἱστορικῶν πατριαρχικῶν ἐγκυκλίων τά ἔτη 1902 καί 1904 πρός τίς ἀδελφές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, γεγονός τό ὁποῖο ἀπετέλεσε τήν ἔναρξη κάθε θεολογικοῦ διαλόγου. Ἡ Πατριαρχική αὐτή πρωτοβουλία δημιούργησε τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις, τό πλαίσιο ἐκείνο μέσα ἀπό τό ὁποῖο ξεκίνησε νά χτίζεται ἡ γέφυρα ἐκείνη πού μέ τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θά μπορέσει νά ἐπανενώσει τούς λαούς καί νά ὁδηγήσει τούς Χριστιανούς στήν ὁρατή ἑνότητα.Στά τρία λοιπόν πρώτα κεφάλαια τοῦ ἐν λόγῳ πονήματος γίνεται σαφής περιγραφή ὅλων τῶν ἀνωτέρω, καθώς τοῦ πρωτοποριακοῦ πνεύματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας, καί στίς πρωτοβουλίες πού ἐλήφθησαν πρός τοῦτο ἀπό τό μαρτυρικόν Φανάριον, ἐάν μάλλιστα ἀναλογισθεί κανείς τόν προφητικό λόγο καί χαρακτήρα πού προσέλαβαν ἀργότερα οἱ Πατριαρχικές αὐτές ἐγκύκλιοι.

Στό τέταρτο κεφάλαιο ὁ συγγραφέας καλύπτει τήν δημιουργία καί συμβολή πρός τήν πολυπόθητη ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν ἀπό μεριᾶς τοῦ λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἑνός διαχριστιανικοῦ διεθνοῦς ὀργανισμοῦ μέ ἕδρα τήν Γενεύη, τό ὁποῖον ξεκίνησε τήν πολύπλευρη ἀποστολή του στήν πρώτη του Γενική Συνέλευση, στό Ἄμστερνταμ, τό ἔτος 1948. Τόσον τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ὅσον καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑπήρξαν ἱδρυτικά μέλη αὐτοῦ καί συνέβαλαν τά μέγιστα διά τῶν ἐκπροσώπων τους στήν δημιουργία ἀρχικῶς πολυμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Πρωτεσταντῶν ἀλλά καί Ρωμαιοκαθολικῶν καί λοιπῶν Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν μέσα στό πλαίσιο πάντοτε πού διαμορφώθηκε στό Π.Σ.Ε. Ὁ π.Ἀπόστολος ἀποσαφηνίζει τήν οὐδέτερη στάση τῆς παπικῆς Ἐκκλησίας καί τόν ρόλο τοῦ παρατηρητοῦ, λόγῳ τῶν μεγάλων διαφορῶν καί τῶν ἱστορικῶν πληγῶν τῆς Ρώμης μέ τά λοιπά χριστιανικά κέντρα τοῦ πρωτεσταντισμοῦ. Αὐτό ὅμως δέν ἐμπόδισε τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία νά συμβάλλει οὐσιαστικά στήν ἐπιτροπή Πίστις καί Τάξις τοῦ Π.Σ.Ε. κάνοντας ἱδιαίτερη θεολογική ἐργασία στά διάφορα δογματικά θέματα κατά καιρούς. Τό σίγουρο εἶναι πώς τό διαχριστιανικό φόρουμ τῶν Ἐκκλησιῶν στό Π.Σ.Ε. προετοίμασε καθοριστικά τήν Δυτική Ἐκκλησία γιά τήν σύγκλιση τῆς Β’Βατικανῆς Συνόδου καί τήν μεγάλη καί ριζική ἀλλαγή πού ἀκολούθησε μετά τό πέρας τῶν ἐργασιῶν της, τόσο σέ λειτουργικά καί θεολογικά ζητήματα, ὅσο καί σέ μείζονα κοινωνικά προβλήμτα τῆς τότε περιόδου.

Στά ἑπόμενα δύο κεφάλαια τώρα γίνεται λεπτομερῆς ἀναφορά στήν οὐσιαστική ἕναρξη τοῦ διμεροῦς Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν ἀλλά καί στίς περαιτέρω ἐνέργειες πού ὁδήγησαν τίς σχέσεις στό σήμερα, ἔχοντας διαγράψει πολλές καί σημαντικές ἀλλαγές στό κλίμα μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Γίνεται σαφῆς παρουσίαση τῶν τριῶν μεγάλων Πατριαρχῶν Ἀθηναγόρου, Δημητρίου καί Βαρθολομαίου μέ κεντρικό πρόσωπο τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ὁ ὁποίος καί κατά τό ἔτος 1965 μαζί μέ τόν τότε Πάπα Παῦλο VI στά Ἱεροσόλυμα κάνουν πράξη τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ἐγκαινιάζοντας μία νέα πορεία στό βιβλίο τοῦ Διαλόγου καί τῆς προσπάθειας γιά τήν πολυπόθητη ἑνότητα. Χωρίς νά θέλω νά σᾶς κουράσω ἀναφέρω ἐνδεικτικῶς τό Διάταγμα περί οἰκουμενισμοῦ, τήν σύγκλιση τῶν Πανορθοδόξων διασκέψεων στήν Ρόδο καί στή συνέχεια τῶν Προσυνοδικῶν διασκέψεων στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης, στήν δημιουργία κατά τό ἔτος 1991 τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς ὡς τά βασικότερα σημεία πού καλλιέργησαν τίς σχέσεις Ἀνατολῆς καί Δύσεως μετά τό 1965, στά ὁποία καί ἀναφέρεται μέ ἐπιστημονική σαφήνεια ὁ συγγραφεύς καί πραγματικά ἀξίζει νά ἐντρυφήσει κανείς στήν τόσο μεστή ἱστορική ἀναφορά τῶν σημαντικῶν αὐτῶν διεκκλησιαστικῶν γεγονότων.

Ὅπως εἶναι φυσικό ἕνα ἔργο τοῦ Θεοῦ βρίσκει ἐχθρό καί πολέμιο τόν μισόκαλλο διάβολο μέ ἀποτέλεσμα τά ἀγκάθια τοῦ παπικοῦ πρωτείου κάι τῆς Οὐνίας νά ἔχουν δημιουργήσει πολλά ἐμπόδια στήν διεξαγωγή τοῦ διμεροῦς αὐτοῦ θεολογικοῦ διαλόγου καί στήν ἐπιτυχή ἔκβασή του. Ὁ π.Ἀπόστολος ἀναφέρεται διεξοδικῶς στά δύο μείζονα αὐτά θεολογικά προβλήματα, στό Β΄μέρος τοῦ βιβλίου του, γιά τά ὁποῖα ἔκανε λόγο ὁ ἅγιος Μεσσηνίας καί μᾶς βοήθησε νά ἀντιληφθούμε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο παρεμποδίζεται τό ἔργο τοῦ Θεοῦ πρός τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν. Δέν θά ἤθελα νά ἀναφερθῶ περισσότερο σέ αὐτά, ἄλλωστε τό παρόν πόνημα καλύπτει ἐπαρκῶς τόσο ἐννοιολογικά ὅσο καί ἱστορικά τά ζητήματα αὐτά, θά παρακαλούσα ὅμως νά μοῦ ἐπιτραπεῖ νά κάνω μιά μικρή ἀναφορά στό σήμερα.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὑπό τόν συντονισμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, διά τῶν ἐκπροσώπων Της συνέβαλε καί συμβάλλει καθοριστικά στήν ὁμαλή διεξαγωγή τοῦ διμεροῦς αὐτοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἄγνωστο. Ἀνήκει στόν Τριαδικό Θεό καί ἑλπίζουμε καί προσευχόμαστε ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος νά δώσει καί πάλι τούς καρπούς τῆς ἑνότητας. Ἡ σημερινή πολιτική καί κοινωνική περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα ὅλο καί περισσότερο ἐγκαταλείπει τόν διάλογο καί ὁδηγήται στήν βία καί το μῖσος. Οἱ ἄνθρωποι γινόμαστε οἱ πρώτοι ἀποδέκτες αὐτῆς τῆς πολεμικῆς. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συνεχίζει νά προβάλλει τόν διάλογο ὡς τόν κατεξοχήν τρόπο ἐπίλυσης προβλημάτων μέ γνώμονα τόν ἀμοιβαῖο σεβασμό καί τήν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στόν σύγχρονο κόσμο. Ἡ ἀπαξίωση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, οἱ εἰκόνες πού παρατηρούμε καθημερινά ἔχουν δυστυχῶς θρησκευτικό ὑπόβαθρο καί χρησιμοποιούν τίς θρησκείες γιά τήν δική τους πάντοτε δικαίωση, ὁρισμένων ἀνθρώπων, χωρίς νά ἀντιλαμβάνονται το βαθύτερο νόημα τῶν Θρησκειῶν. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μένει ἔξω ἀπό τό σχήμα αὐτό. Γιατί; Γιατί εἶναι τρόπος ζωῆς. Ζούμε εἰρηνικά, δέν μιλάμε ἁπλά γιά τήν εἰρήνη. Ζούμε μέ τόν Θεό. Δέν κατασκευάζουμε δικούς μας. Ἔχουμε ἀνάγκη ἕναν συγκροτημένο διάλογο πού θά ὁδηγεί στήν ἀλήθεια, χωρίς προσωπικές ἐπιδιώξεις καί πάνω ἀπ΄ὅλα μέ μετάνοια καί προσευχή. Τά πάντα εἶναι δώρα Ἐκείνου, τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί Πατέρα ἑν Ἀγίῳ Πνεύματι.

Εὐχαριστῶ, λοιπόν, τόν ἀγαπητό φίλο π.Ἀπόστολο Καβαλιώτη γιά τήν σημερινή ἀφορμή καί εὔχομαι τό βιβλίο του αὐτό νά συμβάλλει στήν θεμελιώδη ἀρχή τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν, ἀλλά καί ὅλων τῶν ἀνθρώπων, διότι αὐτό ἄλλωστε μᾶς ζητᾶ καί ὁ Χριστός στήν Ἀρχιερατική προσευχή στόν Πατέρα Του. Ἵνα πάντες ἕν ὧσι.

Σᾶς εὐχαριστῶ

Ὁ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ Ν.ἸΩΝΙΑΣ και ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛ