Ομιλία του Σεβασμιωτάτου με θέμα : «Πατάρων Μελέτιος. Ο Άγιος των Πισιδών» στην Ετήσια Εορτή της Ένωσης Σπάρτης Μ. Ασίας

Ο Μητροπολίτης Πατάρων Μελέτιος (1880-1967)

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Πατάρων κυρός Μελέτιος (Χρηστίδης) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στη νεότερη ιστορία της Εκκλησίας μας. Διήνυσε ιστορική πορεία και κατέλιπε ανεξίτηλα τα ίχνη της ολοτελούς αφοσιώσεως στην ιερά διακονία. Ανέλαβε τα καθήκοντά του την τόσο κρίσιμη εκείνη εποχή που είχαν αρχίσει οι διωγμοί των χριστιανών της Μικράς Ασίας. Εκείνος απτόητος συνέχισε το ποιμαντικό και εκπαιδευτικό του έργο. Υπέμεινε τις κακουχίες της προσφυγιάς από κοινού με τους εκδιωχθέντες συμπατριώτες του. Ήλθε στην Ελλάδα κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, το 1924, και εγκαταστάθηκε έκτοτε εδώ, στη Νέα Ιωνία, όπου διηκόνησε την Εκκλησία μέχρι την κοίμησή του, το 1967, στηρίζοντας όσο κανείς άλλος τον προσφυγικό κόσμο.

Παραμένει στη μνήμη της Εκκλησίας ως μία πάνσεπτος μορφή, αφοσιωμένη στον Θεό, τον λαό, την Πολιτεία και την πατρίδα μας. Πολλά έχουν γραφεί για την προσωπικότητά του και το έργο του. Η σχεδόν βιβλική, πατερική μορφή του προσωποποιεί την προσφορά και το έργο της Εκκλησίας. Το όνομά του έγινε συνώνυμο της ίδιας της Ιστορίας και του ιερού δεσμού με τις αλησμόνητες πατρίδες του οικουμενικού Ελληνισμού, την γη της Ιωνίας και της Πισιδίας. Συγκεφαλαιώνει την Έξοδο των Μικρασιατών Ελλήνων προσφύγων, κατά την οποία ως άλλος Μωυσής στήριξε και οδήγησε τον λαό του Θεού σε μια νέα πατρίδα. Εκκλησία και Πολιτεία τον τίμησαν εν ζωή και διαρκώς ανατρέχουν στο φωτεινό παράδειγμα ενός σπουδαίου Αγίου Αρχιερέως, ο οποίος κόσμησε την Ορθοδοξία και την Μητρόπολή μας, εδώ όπου αισθανόμασθε πάντοτε εγγύτερη και ισχυρότερη την χάρη της νοητής παρουσίας του.

Η πόλη της Νέας Ιωνίας, προτού αποτελέσει ιδιαίτερη Μητρόπολη, μαζί με τη Νέα Φιλαδέλφεια, το Ηράκλειο και τη Χαλκηδόνα, ευτύχησε να απολαύσει τους καρπούς της ποιμαντικής μερίμνης του. Περιεβλήθη τον σεβασμό και την αγάπη λαού και κλήρου, αφού διήνυσε μακρά εκκλησιαστική πορεία, πέραν της εξηκονταετίας, με ιστορική, πρωταγωνιστική συμβολή στη νεώτερη εκκλησιαστική ιστορία. Υπήρξε η ψυχή του ιωνιώτικου λαού – ένας αγωνιστής επίσκοπος που αντιπροσωπεύει τις ιερές αξίες που κουβαλάμε ως λαός. Υπήρξε μεταξύ των τραγικών θυμάτων της Μικρασιατικής Καταστροφής, πάντοτε στο πλευρό των συμπατριωτών του και αφιέρωσε ολόκληρη ζωή για να ενισχύσει και να ενθαρρύνει τις συντετριμμένες καρδιές ως ταπεινός και αθόρυβος λειτουργός της Αγάπης, ενώ είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει το ποίμνιό του, να προαχθεί σε μητροπολίτης άλλης επαρχίας και να ακτινοβολήσει γενικότερα. Αντιπροσωπεύει την ίδια την ψυχή του Ελληνισμού, όχι στη λαμπρότητά του, αλλά στο μεγαλείο της ταπεινοσύνης του. Αντιπροσωπεύει την δύναμη της Εκκλησίας που κύπτει προς τις μορφές των ταπεινών. Τους Ιεράρχες που κρατούν τον Σταυρό ολοκλήρου του ποιμνίου, και τον κρατούν δυνατά στους ώμους τους χωρίς να σταματούν να μεταφέρουν στην πράξη το μήνυμα, τις αξίες και την μαρτυρία της Εκκλησίας.

Αξίζει να επαναφέρουμε στον νου μας τη ζωή και τη δράση του αοιδίμου Μητροπολίτου. Κάποιοι από σας γνωρίζετε καλύτερα από τον ομιλούντα σταθμούς της διακονίας του και πτυχές της ζωής του, αφού υπήρξε σάρκα από τη σάρκα σας. Το υψηλό του ήθος, ο ακαταπόνητος ζήλος, η ανεπιτήδευτη αφιέρωσή του στις πατρώες και ιερές ρίζες του Ελληνισμού, ο λιτός και αποστολικός του βίος, ήταν μερικές μόνο από τις αρετές του εκλιπόντος Ιεράρχου, αλλά και ο πυρήνας των αξιών που μας κληροδότησε, ο ζωντανός πυρήνας του κόσμου εντός του οποίου έζησε, έδρασε, δίδαξε, προσέφερε και εκοιμήθη, δίνοντας ολοκληρωτικά την καρδιά του στον λαό, από τον οποίο τόσο αγαπήθηκε και τιμήθηκε.

Το μήνυμα του αειμνήστου Ιεράρχου ήταν το εξής: ότι οι δοκιμασίες, τα πάθη, οι τραγικές συνέπειες της καταστροφής υφίστανται μεν, αλλά αναφέρονται στο χθες. Όταν ζωή προέρχεται εκ του τάφου και χαρά ανατέλλει από τον κλαυθμό και ελπίδα αναδύεται από την απόγνωση, τότε «θάνατος ουκέτι κυριεύει». Το σήμερον είναι άνοδος, ζωή και Ανάσταση.

Δύο εκατομμύρια Μικρασιατών Ελλήνων διεγράφησαν από τους χάρτες της τουρκικής επικράτειας. Ωστόσο, το έθνος μας βρήκε τη δύναμη να μη συνθλιβεί από τη μικρασιατική καταστροφή και οι πρόσφυγες, που υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν πανάρχαιες πατρογονικές εστίες, αναδείχθηκαν σε παραγωγικά στοιχεία της ελλαδικής κοινωνίας, αναζωογονώντας την οικονομική και πολιτιστική ζωή. Ανάμεσά τους, ο φωτισμένος ιεράρχης Χρύσανθος Τραπεζούντος, ο οποίος εν συνεχεία ανεδείχθη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Ο ποιητής μας Γιώργος Σεφέρης, γεννημένος στα Βουρλά της Σμύρνης. Και ο διαπρεπής πνευματικός πατήρ όλων ημων Μελέτιος Πατάρων, ο εκ Σπάρτης της Πισιδίας.

Το σεβαστό του πρόσωπο, με την πολυετή δράση, εγκωμιάστηκε και επαινέθηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα άλλα Ορθόδοξα Πατριαρχεία, Προκαθημένους Εκκλησιών, Ιεράρχες, τα πνευματικά του τέκνα στον αμπελώνα του Κυρίου, καθώς και από άλλους διακεκριμένους εκπροσώπους της Εκκλησίας, του ακαδημαϊκού κόσμου, των Γραμμάτων και των πολιτικών αρχών. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τη συμπλήρωση 50 χρόνων αρχιερωσύνης του Ιεράρχη, το 1961, για να τον τιμήσει, ανύψωσε την Επισκοπή Πατάρων σε Μητρόπολη και τον Επίσκοπο Μελέτιο σε Μητροπολίτη Πατάρων. Η Ακαδημία Αθηνών, την 25η Μαρτίου του 1963, σε μια συγκινητική τελετή, βράβευσε τον Ιεράρχη και στο πρόσωπό του τους αφανείς ήρωες του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Βεβαίως, οι τιμές που απονεμήθηκαν στον αοίδιμο Γέροντα δεν είχαν να προσθέσουν στον ίδιο τίποτα που δεν είχε ήδη βαθιά μέσα του και ακτινοβολούσε στους γύρω του. Πολλά όμως έχουν να διδάξουν όλους τους άλλους και ιδιαίτερα εμάς τους νέους, που πρέπει να παραδειγματιζόμαστε από βίους τόσο πλούσιους σε διδάγματα. Ο μέγας αυτός ανήρ της Εκκλησίας αντιμετώπισε καρτερικώς διωγμούς και εξορίες. Αξιώθηκε από τον Θεό να γεράσει εντός της διακονίας της Εκκλησίας, την οποία και από παιδικής ηλικίας υπηρέτησε εν Κυρίω. Τα διδάγματα από τον βίο του γίνονται για μας ακόμη πλουσιότερα, διότι εκπροσωπεί και υπενθυμίζει την εκκλησιαστική, την εκπαιδευτική και την εν γένει κοινοτική ζωή του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Χρειάζεται να εμβαθύνουμε με σοβαρότητα στην ιστορία εκείνης της πολύ κρίσιμης περιόδου για την νεότερη Ελλάδα. Χρειάζεται να ενισχύουμε διαρκώς τους δεσμούς μας με την ιστορική μνήμη. Εύχομαι όλοι να κλείσουμε μέσα μας πάντοτε ζωντανή τη σεπτή μορφή του αειμνήστου αγίου Γέροντος, να διατηρήσουμε όλοι την αγαθή του ανάμνηση και να προσπαθήσουμε να βαδίσουμε στα ίχνη του, να μιμηθούμε το παράδειγμα της αρετής και της ευσεβείας που μας άφησε, εφαρμόζοντας την ευαγγελική προτροπή του Αποστόλου «Μνημονεύετε των ηγουμένων υμών, οίτινες ελάλησαν υμίν τον λόγον του Θεού, ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής μιμείσθε την πίστιν» (Εβρ. ιγ΄ 7)• δηλαδή: «Να ενθυμείσθε τους πνευματικούς ηγήτορες που σας κήρυξαν τον λόγο του Θεού, κι εξετάζοντας την πορεία της ζωής τους, να μιμείσθε την πίστη τους».

Πρότυπο αρετής, υπόδειγμα αγώνων και μόχθων υπέρ της Εκκλησίας υπήρξε ο αείμνηστος Μελέτιος. Γεννήθηκε εκεί στην πέραν του Αιγαίου Ελλάδα. Ο Άγιος Πατάρων είδε το φως το 1880 στη Μικρασιατική Ελλάδα, στη Σπάρτη της Πισιδίας, με τους μαγευτικούς ροδώνες της και τους οπωροφόρους κήπους. Από μικρό παιδί ο αείμνηστος Ιεράρχης φαινόταν ότι είχε κλίση προς το εκκλησιαστικό στάδιο. Υπήρξε απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Διάκονος και πρεσβύτερος εχειροτονήθη από τον Μητροπολίτη Καλλιπόλεως και Μαδύτου Ιερώνυμο Γοργία, που αργότερα διετέλεσε Μητροπολίτης Χίου επί 25ετια. Ο Ιεράρχης εκείνος, εκτιμώντας το ήθος, την πνευματικότητα και την εργατικότητα του Μελετίου, γρήγορα τον προβίβασε σε αρχιμανδρίτη της Μητροπόλεως Καλλιπόλεως και Μαδύτου, των δύο αυτών ελληνικών πόλεων που με τη συνθήκη των Σεβρών ευτύχησαν να χαρούν, έστω και για βραχύ χρονικό διάστημα, το όνειρο της ελευθερίας υπό την ελληνική σημαία. Η γενέτειρα του σεπτού Μητροπολίτη θα τον καλέσει αργότερα και θα του αναθέσει τη διεύθυνση των σχολών της. Το 1910 εκλέγεται και χειροτονείται βοηθός Επίσκοπος της Μητροπόλεως Πισιδίας με τον τίτλο του Επισκόπου Πατάρων. Εργάστηκε μέσα σε απερίγραπτες δυσκολίες και κινδύνους. Η δράση του είχε ως αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε θάνατο δι’ απαγχονισμού, αλλά τελικά η ποινή του μετατράπηκε σε εξορία. Το 1919 στέλνεται ως εκπρόσωπος του Πατριαρχείου στην Αττάλεια, την οποία είχαν καταλάβει τα ιταλικά στρατεύματα. Συλλαμβάνεται όμως από τους Τούρκους, φυλακίζεται και κατόπιν εξορίζεται στη Μαλάτεια της Ανατολίας. Εξαναγκάζεται να πραγματοποιήσει πεζός όλη αυτή την τεράστια διαδρομή έως τον ποταμό Ευφράτη. Το 1921 ανακαλείται από την εξορία και οδηγείται στην Καισάρεια, μαζί με τους Μητροπολίτες Ικονίου και Σεβαστείας. Ώσπου έφθασε ο Αύγουστος του 1922 με τα τραγικά επακόλουθα για τον Ελληνισμό της Ανατολής. Από τις πόλεις και τα χωριά της Ανατολίας, χείμαρρος τα καραβάνια των προσφύγων κατευθύνονται προς τη Σμύρνη, ελπίζοντας ότι εκεί θα βρουν τη σωτηρία. Ακολουθεί η εξόντωση και η σφαγή. Από τους 460 ιερωμένους της επαρχίας Σμύρνης, οι 347 βρίσκουν μαρτυρικό τέλος. Το μαρτύριο του μικρασιατικού κλήρου σηματοδότησαν οι θυσίες και το τίμιο αίμα του Χρυσοστόμου Σμύρνης, του Γρηγορίου Κυδωνιών, του Αμβροσίου Μοσχονησίων, του Προκοπίου Ικονίου και του Ευθυμίου Ζηλων, οι οποίοι συναριθμήθηκαν στην χορεία των Αγίων της Εκκλησίας μας, καθώς και πλήθους άλλων κληρικών και λαϊκών, των οποίων τα ονόματα θα περνούν από γενιά σε γενιά ως άχραντη υποθήκη της Χριστιανοσύνης και του Γένους.

Ακολουθεί η Έξοδος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από τη γη που κρατούσε στα σπλάχνα της τα αγιασμένα οστά των προγόνων τους. Θλιβερές λιτανείες, που έσυραν τα ράκη της ψυχής τους δια πυρός, μαχαίρας και σιδήρου – πένθιμα ναυάγια που τελικά ακούμπησαν στις ακτές της μητέρας Πατρίδας. Μετά από απερίγραπτες στερήσεις και κινδύνους, τον Σεπτέμβριο του 1924 έφθασε πρόσφυγας στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στον προσφυγικό οικισμό Ποδαράδες, τη μετέπειτα Νέα Ιωνία, όπου είχαν εγκατασταθεί οι περισσότεροι από τους συμπατριώτες του. Παρότι του προσφέρεται από την Εκκλησία της Ελλάδος μητροπολιτική έδρα στην επαρχία, δεν την αποδέχεται. Η επιθυμία του ήταν να παραμείνει εδώ, μαζί με τους εκριζωμένους συμπατριώτες του.

Ο Άγιος Πατάρων εκτελεί τα νέα του καθήκοντα του αρχιεπισκοπικού επιτρόπου με αφοσίωση και αγάπη. Η εκκλησιαστική του πορεία στην ελεύθερη πατρίδα θα είναι εξίσου λαμπρή και γόνιμη. Μέχρι το 1967, που ο Κύριος τον κάλεσε κοντά Του, εργάστηκε άοκνα για την ανακούφιση του πονεμένου ποιμνίου του. Υπήρξε βαθύς γνώστης της ιερατικής του αποστολής, που του έγινε βαθύ βίωμα από την αρχή της ιερωσύνης του. Είχε πάντα γνώμονα στη ζωή του το χρέος προς την αγάπη εκείνη που μόνο προσφέρει, χωρίς να περιμένει αντάλλαγμα κι ανταπόδοση. Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες βρίσκουν την αγάπη ακέραιη κοντά του – την αγάπη που ενισχύει τον ενδεή, ανακουφίζει τον πάσχοντα, περιθάλπει τον απροστάτευτο, ανυψώνει τον συντετριμμένο, μεριμνά για τους κοπιώντες και τους πεφορτισμένους, και γενικά γίνεται ο προστάτης άγγελος των ταπεινών.

Πρώτιστος πόθος του ήταν να αποκτήσουν οι Μικρασιάτες Έλληνες νέες εστίες, νέους ιερούς ναούς. Όλοι τους βρίσκουν στον αοίδιμο Ιεράρχη τον ένθερμο παραστάτη. Κάθε πνοή του γίνεται πνοή αναδημιουργίας και αναστάσεως. Η δημιουργική του εθνική και κοινωνική δράση συνεχίζεται. Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου τίθεται επί κεφαλής της κοινωφελούς διακονίας. Πρωτοστατεί στην περισυλλογή ειδών για τους φαντάρους του μετώπου, μεριμνά για τις οικογένειές τους, παραμυθεί, εμφυσά θάρρος και καρτερία, στερεώνει τις καρδιές. Ίδρυσε Σχολείο για τα εργαζόμενα παιδιά, στην πείνα της Κατοχής λειτούργησε συσσίτια που διένειμαν καθημερινά 15.000 μερίδες φαγητού και τόσα άλλα.

Το 1941 του εζητήθη από την Ιερά Σύνοδο να σπεύσει στην Αλεξανδρούπολη, διότι δεν υπήρχε επιχώριος μητροπολίτης, ώστε με την παρουσία του να συγκρατήσει τον λαό, που υπό την επαπειλούμενη εισβολή των κατοχικών δυνάμεων εγκατέλειπε μαζικά την περιοχή. Μέσα σ’ ένα μήνα εγκατέλειψαν την πόλη όλες οι αρχές κι έμεινε σχεδόν μόνος να φροντίσει με ελάχιστους συμπαραστάτες τους εναπομείναντες κατοίκους και τις περιουσίες τους. Την πόλη κατέλαβαν οι Γερμανοί, αλλά τους διαδέχθηκαν αμέσως οι Βούλγαροι. Του αξίωσαν να φύγει πάραυτα από την πόλη για να έρθει Βούλγαρος μητροπολίτης. Εκείνος αρνήθηκε και τότε τον συνέλαβαν και τον απέστειλαν βιαίως στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί, μετά από πολλές περιπέτειες, επέστρεψε στην Αθήνα. Επανέρχεται στη Νέα Ιωνία, όπου εξακολουθεί την εθνική και φιλανθρωπική του δράση, με πύρινα κηρύγματα, με κοινωφελή έργα και αγαθοποιές πράξεις για τους κατοίκους της μεγάλης αυτής περιφέρειας των Αθηνών.

Μιλούμε για τη φωτεινή δράση ενός άσπιλου και υποδειγματικού εκκλησιαστικού ανδρός. Ενός κληρικού και Αρχιερέως που διαπνεόταν από λιτότητα, απλότητα, σεμνότητα και μετριοφροσύνη, με αφοσίωση και πίστη στις εντολές του Χριστού. Οι διωγμοί, οι τρικυμίες και καταιγίδες της Ιστορίας, οι απελάσεις και οι εξορίες στη μακρόχρονη ιερατική πορεία του δεν στάθηκαν ικανές να φθείρουν την ψυχή του, το πηγαίο ήθος, την θερμουργό πνοή του. Έμεινε ο λιτός ασκητής με άσβεστη τη φλόγα της αφοσιώσεως στη διακονία του Υψίστου.

Στο πρόσωπό του η Ιστορία διακρίνει μία συγχρόνως σεμνή και επιβλητική ηρωική μορφή της Εκκλησίας και του Ελληνισμού. Διότι υπάρχουν ηρωισμοί ολίγων στιγμών, που περιβάλλουν με αμάραντο φωτοστέφανο τους ήρωες της πίστεως. Υπάρχουν όμως και ηρωισμοί διαρκείας, ηρωισμοί δεκαετηρίδων, σιωπηλοί και αθόρυβοι, που διακρίνονται από πολλούς κόπους, διότι χαρακτηρίζουν ανθρώπους που διαπνέονται από ανυπόκριτο πνεύμα αυτοθυσίας και αυτοπροσφοράς. Όπως έχει γραφεί για εκείνον, «δύο λαμπρά στολίδια κοσμούν την οσία μορφή του: το πνεύμα της θυσίας και το πνεύμα της πτωχείας. Είχε πάντα τον αληθινό ηρωισμό, ο οποίος αποτελεί μία διαρκή θυσία και μία εκούσια προσφορά».

Ο ηρωισμός του αειμνήστου Ιεράρχου ήταν ηρωισμός ημίσεος αιώνος. Σε όλο αυτό το διάστημα ανάλωσε όσες δυνάμεις διέθετε στο βωμό της ευποϊίας και της αγάπης, για να έχει ως μοναδική πνευματική απολαβή την συγκινητική παρουσία των προσφύγων αδελφών του, και στα πρόσωπά τους την αόρατη υπενθύμιση του απολεσθέντος Παραδείσου της καθ’ ημάς Ανατολής πέραν του Αιγαίου και του Έβρου. Διατήρησε αυτόν τον άσημο για τους πολλούς τίτλο του Επισκόπου Πατάρων, ακριβώς για να διασώσει την μνήμη των ωραίων θρύλων των Πατάρων της Λυκίας – θρύλων αρχαίων, με τον Απόλλωνα τον Παταρέα, σύμβολο του φωτός, και το μαντείο του, εφάμιλλο του δελφικού, αλλά και της πορείας του Αποστόλου των Εθνών Παύλου, που καθαγίασε την πόλη των Πατάρων, με τα σεμνά και σιωπηλά μνημεία της χριστιανικής Λυκίας, τα οποία ακόμη μελετώνται από την επιστήμη. Αυτά τα ζωντανά σύμβολα της ιστορίας του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, που έχουν παραμείνει ως ακοίμητες κανδήλες των πατρογονικών πνευματικών θησαυρών της εθνικής μνημοσύνης, και διαλαλούν εις τους αιώνας την «ευπρέπεια της ωραιότητος» του μικρασιατικού Ελληνισμού.

Ιερή και αλησμόνητη η μνήμη του φιλόστοργου και αγωνιστικού Ιεράρχου. Η σκέψη μας ανατρέχει με συγκίνηση στην πικρή εποχή των βασάνων και των θλίψεων, των εξοντωτικών διώξεων και των ομαδικών εκτελέσεων των εκτοπισθέντων Ελλήνων. Μεταξύ αυτών και ο Δεσπότης τους, ακολούθησε μαζί τον Γολγοθά της εξορίας στα χιονισμένα βουνά της Σεβάστειας, τις λασπώδεις πεδιάδες της Μαλάτειας. Όλοι τους υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, προπηλακιζόμενοι, επί εβδομάδες ολόκληρες να πεζοπορούν υπό άθλιες συνθήκες, διανυκτερεύοντας στο ύπαιθρο. Όσοι κατόρθωσαν να επιζήσουν, έφθασαν μέχρι τα ερείπια της αρχαίας Μελιτηνής, την σημερινή Μαλάτεια (Malatya), ενδυναμούμενοι με την παρηγορία και την ελπίδα που σκόρπιζε η παρουσία του στο πλευρό τους. Κι έπειτα, από κοινού διέβησαν τον Γολγοθά της προσφυγίας, αντλούντες και πάλι θάρρος και καρτερία από εκείνον. Καθ’ όλη αυτή την οδύσσεια της προσφυγίας, ξεχώριζε η μορφή του Μελετίου, μια μορφή αληθινά βιβλική και πατερική, βγαλμένη από τις εξορίες που δοκίμασαν μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας. Η αγάπη στα πρόσωπα του ιδίου και όλων των άλλων είχε τελικό προορισμό την φιλόξενη γη της Νέας Ιωνίας.

Εάν ήταν παρών ανάμεσά μας, θα εξέφραζε με την ταπεινότητά του το ερώτημα: «Είμαι άραγε άξιος για όλα αυτά που μου είπατε; Έπραξα άραγε όλα όσα περίμενε ο κόσμος από μένα, όσα περίμενα εγώ από τον εαυτό μου;» Αυτά τα ταπεινά λόγια που είπε στον ναό των Αγίων Αναργύρων το 1961, κατά τον εορτασμό του ιωβηλαίου των πενήντα χρόνων της αρχιερωσύνης του, φανερώνουν το ψυχικό και ηθικό του μεγαλείο.
Ήταν σε μιαν εκκλησιά της Κωνσταντινουπόλεως, στον Άι-Νικόλα του Γαλατά, που του πρωτόβαλαν την αρχιερατική μίτρα και του ενεχείρισαν την ιερή ράβδο του Επισκόπου, ενός Επισκόπου ο οποίος έμελλε να αναδειχθεί συγχρόνως σε κοινωνικό και εθνικό ταγό. Ήταν η στιγμή που πραγματωνόταν το ιερατικό όνειρο της ως τότε ζωής του, τότε που ως νεαρός καλόγερος σπούδαζε στην περιώνυμη Σχολή της Χάλκης, ενώ στο βάθος του ορίζοντα διακρινόταν το όραμα της Αγια-Σοφιάς. Δυστυχώς έμελλε να βιώσει έκτοτε τα πιο μαρτυρικά χρόνια του Ελληνισμού της Ανατολής.

Ο Μελέτιος υπήρξε από εκείνους τους εκκλησιαστικούς ηγέτες που ανεβαίνουν οι ίδιοι τον Γολγοθά του ποιμνίου. Η πίστη που στάλαζε από τα λόγια του θύμιζε το πικρό ποτήριο όσων έζησε στο πλευρό τους. Δηλώνει εκκλησιαστικό άνδρα που αναμετρά με θάρρος και εντιμότητα με πόσα ανεξάντλητα όνειρα ξεκίνησε και πόσα λίγα κατόρθωσε, επειδή δεν του το επέτρεψαν οι περιστάσεις. Πρόκειται για απόρροια πηγαίας ταπεινοφροσύνης, αλλά και βαθιάς πείρας μιας ζωής πλούσιας και πολυτάραχης, ενός ανθρώπου βαθιά καλλιεργημένου, μιας ψυχής που ανυψώθηκε με μεγαλοσύνη στο ιερό βήμα της Ιστορίας, ως σύμβολο και παράδειγμα για όλους εμάς.

Όσο αμυδρή και σκιώδης είναι η προσωπική μας αναφορά σε αυτόν τον μέγα Ιεράρχη, ο Μελέτιος Πατάρων είναι στύλος ακατάλυτος για την Εκκλησία της Νέας Ιωνίας. Γέννημα και πνευματικό ανάστημα του εξ ανατολών Ελληνισμού, άξιος και υπεράξιος όλων των τιμών. «Διότι είναι σπανιωτάτη και η περίπτωσις», όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα «Προσφυγικός κόσμος» της εποχής εκείνης: «Πολλοί, ασφαλώς, επί πολλά έτη και πιστώς εξεπλήρωσαν την αποστολήν των, ελάχιστοι όμως με συνέπειαν και αρετήν και τιμήν όσην το φαινόμενον της αναλλοιώτου συνεχείας που λέγεται Άγιος Πατάρων και θα παραμείνη δια τούτο υπόδειγμα, ως σέλας, εις τους αιώνας».

Ο αοίδιμος Γέρων υπήρξε καύχημα των συμπατριωτών του Σπαρταλήδων, αλλά και πάντων των κατοίκων της Νέας Ιωνίας, όπου έζησε τα μισά χρόνια της ζωής του, από το 1924 έως το 1967, ως πρόσφυγας μεταξύ προσφύγων, μέσα σε απόλυτη ένδεια, ταπεινόφρων, ασκητικός, προστάτης του ποιμνίου του και αληθινός ταγός της Εκκλησίας –χωρίς τίτλους, οφφίκια και τα επακολουθήματά τους. Έμεινε στη Νέα Ιωνία χωρίς επισκοπική έδρα, ως μόνον τιτουλάριος επίσκοπος, κοντά στους εκριζωθέντες από την αλησμόνητη γη της Ιωνίας.

Ήταν συνηθισμένος στις κακουχίες και άτρομος ο Μελέτιος. Είχε φέρει σε πέρας επικίνδυνες αποστολές. Είχε κυνηγηθεί από τις τουρκικές, ιταλικές και βουλγαρικές αρχές. Είχε καταδικασθεί σε θάνατο από τουρκικό δικαστήριο, είχε φυλακισθεί και εξορισθεί στα βάθη της Ανατολίας, βαδίζοντας ρακένδυτος την οδό του μαρτυρίου. Ονομάστηκε «Άγιος των Πισιδών», κατά την έκφραση του συγγραφέως Αντώνη Καζαντζόγλου. Είναι αυτός για τον οποίο, το 1963, ο Ηλίας Βενέζης είχε πει ότι «διδάσκει ήθος» κι ο Φώτης Κόντογλου ότι είναι «ο τελευταίος των βυζαντινών ασκητικών μορφών».

Τιμή και ευγνωμοσύνη αποδίδουμε στον αοίδιμο Ιεράρχη. Θα τον μνημονεύουμε εις τους αιώνας. Τον νιώθουμε πάντοτε κοντά μας, ως ζωντανό και αείζωο νοητό θεμέλιο της Ιεράς μας Μητροπόλεως. Προσκυνούμε τον σεπτό του τάφο πίσω από το ιερό βήμα του Ναού των Αγίων Αναργύρων. Ας έχουμε όλοι μας την άνωθεν ευχή και ευλογία του από τις υπερουράνιες μονές. Είμαστε βέβαιοι ότι ο Θεός του έχει αποδώσει, κατά τα αγαθά έργα του, τον άρρητο «στέφανον της ζωής», ότι τον έχει κατατάξει «εν χώρα ζώντων και σκηναίς δικαίων» και τον έχει ήδη καταστήσει λειτουργό στο επουράνιο θυσιαστήριο, μετά των Αγίων Πατέρων και των μακαρίων Ιεραρχών.